Τα πυρά του πρώην στενού συνεργάτη του, Σταύρου Λάγιου, δέχθηκε τις τελευταίες δύο μέρες ο επίσης κατηγορούμενος εφοπλιστής Μάκης Γιαννουσάκης, στη συνέχεια της εκδίκασης στο στρατοδικείο στο Ρουφ της πολύκροτης υπόθεσης του «Noor One».
Μετά από αλλεπάλληλες αναβολές λόγω της αποχής των δικηγόρων, η δίκη για τους 2,1 τόνους ηρωίνης συνεχίζεται, αφού οι συνήγοροι των κατηγορουμένων ζήτησαν και έλαβαν άδειες από τους δικηγορικούς τους συλλόγους.
Εντύπωση βέβαια προκαλεί το γεγονός ότι ενώ κάποιοι συνήγοροι εκπροσωπούν κατηγορούμενους και στη δίκη της Χρυσής Αυγής, εντούτοις η άδεια ζητήθηκε μόνο για τη συγκεκριμένη δίκη.
Ερωτήματα δημιουργούνται για το αν παίζουν ρόλο και οι επιθυμίες των πελατών τους για τη γρήγορη ή μη εξέλιξη της κάθε δικαστικής διαδικασίας.
Στην απολογία του ο Λάγιος (οδηγός του Γιαννουσάκη), που ήταν παρών στη βίλα της Φιλοθέης όταν ανακαλύφθηκε μέρος της ηρωίνης, διαφοροποιήθηκε από τις αρχικές καταθέσεις του σε αρκετά σημεία, ενώ υπενθύμισε επανειλημμένα τη διάθεσή του εξ αρχής να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές.
«Στα 30 μου να βρεθώ να δικάζομαι για ηρωίνη; Ημαρτον! Να αναλάβω αυτά που έκανα. Να τα ρίξω στον πεθαμένο; Μου ζητούσαν να τα ρίξω στον πεθαμένο (σ.σ. Τούρκος Μπασκάλ). Ούτε λεφτά πήρα από αυτή την ιστορία, για γάμο πήγαινα με μια καλή κοπέλα. […] Δεν μπορώ να πληρώσω για όλους» υπογράμμισε.
Ο Λάγιος κατέθεσε, για πρώτη φορά μέχρι σήμερα, ότι παρόντες στη διαδικασία του αδειάσματος των σακιών με την ηρωίνη σε αποθήκη στο Κορωπί ήταν τόσο οι Γιαννουσάκης, Καρτσώνης όσο και ο Β. Κουρούβανης, ιδιοκτήτης του ναυπηγείου στο Ρίο, ο οποίος επρόκειτο σύμφωνα με τις καταθέσεις να ναυλώσει το πλοίο για Λιβύη.
Ο ίδιος επανέλαβε ότι του είχαν πει αρχικά πως τα σακιά που μετέφερε και ο ίδιος με το αυτοκίνητο περιείχαν χασίς, ενώ όταν ρώτησε τον εφοπλιστή τι θα γίνει αν τους πιάσουν, εκείνος του απάντησε: «Τότε κατέβα από το αυτοκίνητο και τρέχα».
«Ολα κανονισμένα»
Υποστήριξε ακόμα ότι την πρώτη ημέρα της δίκης, ο Μ. Γιαννουσάκης τον παρότρυνε να τα «φορτώσει» όλα στον Γ. Μπουρδούβαλη, λέγοντας «όλα είναι κανονισμένα».
Εντονη ήταν η αντίδραση του δικηγόρου του Μ. Γιαννουσάκη, ο οποίος, απευθυνόμενος στον κατηγορούμενο, είπε: «Αν δεν το ρώταγα, δεν θα το λέγατε. Οταν απειλήθηκε ο Γιαννουσάκης, έκανε επίσημη καταγγελία. Εσείς τι κάνατε;»
Η φράση αυτή δυναμίτισε το ήδη φορτισμένο κλίμα, με τον Γιώργο Μπουρδούβαλη να σηκώνεται από τη θέση του λέγοντας σε έντονο ύφος: «Από ποιον απειλήθηκε ο Γιαννουσάκης; Ας φέρει αυτούς τους τέσσερις ανθρώπους που πήγαν να τον μαχαιρώσουν».
Ο Λάγιος, που δέχθηκε καταιγισμό ερωτήσεων από τον Γιαννουσάκη και τους συνηγόρους του, περιέγραψε πώς στη φυλακή κάποιος που δεν θυμάται του είπε να αλλάξει κατάθεση, αλλά παρά την επιμονή της προέδρου δεν θυμήθηκε το όνομα, ενώ δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει ότι με οποιονδήποτε τρόπο του ασκήθηκε βία από τον κατηγορούμενο εφοπλιστή.
Η πρόεδρος του δικαστηρίου διαπίστωσε τα νέα (και αντιφατικά) στοιχεία στην απολογία του Λάγιου, αλλά εκείνος δήλωσε ότι «πρέπει να πει την αλήθεια».
Στην απολογία της η Κ. Σταματιάδη, πρώην σύζυγος Γιαννουσάκη, τόνισε τη συνεχή παρουσία στη βίλα της Φιλοθέης του Λάγιου, ο οποίος «είχε δικό του κλειδί» και ήταν φίλος του γιου της.
Επιπλέον βεβαίωσε ότι ο εφοπλιστής και πρώην σύζυγός της, παρότι πλήρωνε τα έξοδα της βίλας στην οποία διέμενε και το παιδί του, δεν είχε δικά του κλειδιά.
Σε ερώτηση της εισαγγελέως, βάσει της κατάθεσης Λάγιου, για το αν η Σταματιάδη γνώριζε περί της μεταφόρτωσης των ναρκωτικών στο γκαράζ της βίλας, η ίδια το αρνήθηκε, ενώ μίλησε με θερμά λόγια για τον πρώην σύζυγό της.
