Πέρυσι τέτοιες μέρες η Αριστερά αλλά και ο εξαντλημένος από τη λιτότητα κόσμος προσδοκούσαν μεγάλη πολιτική ανατροπή. Ο,τι μεσολάβησε έκτοτε αποτελεί μια υπόθεση για τον ιστορικό του μέλλοντος. Βέβαιο είναι ότι σήμερα η κυβερνώσα Αριστερά τίθεται ενώπιον μιας δεινής πραγματικότητας, που την αναγκάζει να εφαρμόσει ένα οικονομικό πρόγραμμα που δεν πιστεύει, αλλά και να τελεί σε πολλά επίπεδα διακυβέρνησης υπό επιτήρηση.
Αν και η επικοινωνιακή μεγέθυνση των λαθών της κυβέρνησης τείνει να διαμορφώνει μια γενικότερη εντύπωση κυβερνητικού χάους, μια προσεκτικότερη αποτίμηση στον χώρο της ποινικής καταστολής επιτρέπει διαφορετικές εκτιμήσεις. Πρόκειται για προνομιακούς χώρους επιβολής του νεοφιλελευθερισμού, τόσο παγκόσμια όσο και εδώ.
Μια αποσπασματική όμως αποτίμηση «πεπραγμένων» υποδεικνύει «αλλαγή κλίματος» και γενικά υπέρβαση του δόγματος «νόμος και τάξη»: κατάργηση των φυλακών τύπου Γ, νόμος για την ιθαγένεια, ρυθμίσεις για την αποσυμφόρηση των φυλακών, αξιοποίηση εναλλακτικών κυρώσεων, ιδίως για τις μητέρες κρατούμενες που μπορούν πια να ζουν με τα νήπια παιδιά τους σε κατ’ οίκον περιορισμό, αποκλιμάκωση των όρων του εγκλεισμού και τοποθέτησης σε Ιδρυμα Αγωγής και επιβολής ποινικού σωφρονισμού για τους ανήλικους, διεύρυνση των κατηγοριών κρατουμένων που τίθενται υπό ηλεκτρονική επιτήρηση (βραχιολάκι), ενίσχυση του δικαιώματος εκπαίδευσης των κρατουμένων σε ΑΕΙ-ΤΕΙ, υπαγωγή των θεραπευτικών καταστημάτων κράτησης στο ΕΣΥ (όχι όμως των νοσοκομείων κρατουμένων), διεύρυνση των κατηγοριών κρατουμένων που μπορούν να εκτίσουν ποινή σε αγροτικές φυλακές, όλα αυτά, αποτελούν μικρές επαναστάσεις στο κατεστραμμένο σωφρονιστικό σύστημα.
Η προσπάθεια διαμόρφωσης πραγματικής γνώσης της κατάστασης των φυλακών μέσα από τη δημιουργία επιτελικών θέσεων, ανθρώπων που έχουν «κάνει φυλακή» ως διευθυντές, «πλάι» στον γ.γ. (που δεν θα είναι πλέον πολιτικό πρόσωπο σύμφωνα με τις εξαγγελίες αναδιάρθρωσης του Δημοσίου), είναι άλλη μία θετική-πραγματιστική εξέλιξη (θυμίζουμε την «καταγγελία» της Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων το 2011 ότι στο υπουργείο δεν ξέρουν τι γίνεται στις φυλακές).
Εκτός αυτών, βελτιώθηκαν επί το ορθολογικότερο οι διατάξεις για το ρατσιστικό έγκλημα, απαγορεύθηκε η διανομή «ανθρωπιστικής βοήθειας» με ρατσιστικά κριτήρια, αποκλιμακώθηκε η ποινική αντίδραση για εγκλήματα παρεμπόδισης λειτουργίας κοινόχρηστων εγκαταστάσεων (βλ. διαδηλώσεις ως γνωστόν), ενισχύθηκε το δυναμικό των Εφετείων με νέες θέσεις δικαστικών λειτουργών (άρα νέες προαγωγές) και ο πειθαρχικός έλεγχος των εν λόγω λειτουργών σε επίπεδο προέδρου του Αρείου Πάγου:
Αυτά αν και επικρίθηκαν από την Αντιπολίτευση αποτελούν θετικές παρεμβάσεις για την κοινωνική συνοχή και για τον έλεγχο της διοίκησης της Δικαιοσύνης, καθώς οι όποιες «σχέσεις στοργής» μεταξύ Κυβέρνησης και Δικαιοσύνης δεν γίνονται με τον νόμο.
Προβληματισμοί, ωστόσο, προκαλούνται επειδή παραμένει πάντα ως εξαγγελία (είναι η τρίτη φορά τα τελευταία 15 χρόνια) η δημιουργία ινστιτούτου αντεγκληματικής πολιτικής και, αντί αυτού, επιλέγεται η δημιουργία επιμέρους συμβουλευτικών οργάνων π.χ. για τον ρατσισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φαίνεται ότι και γι’ αυτή την κυβέρνηση υπάρχει αδυναμία να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών με βάση την επιστημονική έρευνα.
Από την άλλη μεριά, στον πόλεμο κατά της διαφθοράς η κυβέρνηση ακολουθώντας τα εργαλεία του ΟΟΣΑ και τις υποδείξεις της Ε.Ε., αδυνατεί, ώς τώρα, να υπερβεί το πλαίσιο «έλεγχος και διαχείριση» σε σχετικά ζητήματα: στα διλήμματα ενώπιον των οποίων τέθηκε υπερίσχυσε η σκοπιμότητα (αποδεικτικά μέσα παράνομα κτηθέντα).
Η διαφθορά αφορά τις σχέσεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και όχι μόνον τη φοροδιαφυγή. Κατανοώντας τις πιέσεις που ασκούνται, είναι αναμενόμενη μια περισσότερο οργανική και συνεκτική πολιτική με στόχο την άρση των δομικών παραγόντων (αυτονομημένων υποσυστημάτων διαφθοράς), σε όλα τα επίπεδα της Δημόσιας Διοίκησης με κύριους άξονες την αστυνομία, τη Δικαιοσύνη και τις φυλακές.
Παρ’ όλα αυτά, η εφαρμογή των παραπάνω θα κρίνει τα πράγματα. Μένουν να γίνουν προφανώς πολλά ακόμα, όπως μια ουσιαστική μεταρρύθμιση στο δικαστικό σύστημα, στο σύστημα εκπαίδευσης δικαστικών λειτουργών και σωφρονιστικών υπαλλήλων, στις εργασιακές συνθήκες και των δύο, διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση και δημοσιονομικό έλεγχο της Δικαιοσύνης και του σωφρονιστικού συστήματος κ.λπ.
Κάνοντας, όμως, μια συνολική αποτίμηση της «πρώτης φοράς Αριστεράς», είναι σωστό να λέγονται κάποια πράγματα, επειδή η οριζόντια καταδίκη κάθε μεταρρύθμισης ή η υπονόμευσή της δεν κάνει κακό στον υπουργό ή την κυβέρνηση, αλλά επιτείνει το κλίμα διάλυσης και ο κόσμος δεν έχει από πού να πιαστεί.
* καθηγήτρια ΔΠΘ
