Μια παρεξήγηση γύρω από τα «μπλοκάκια» και τις εισφορές των δημοσιογράφων και των άλλων εργαζομένων στον Τύπο στην πρόταση της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό λίγο έλειψε να τινάξει στον αέρα τον διεξαγόμενο διάλογο μεταξύ του υπουργείου Εργασίας και των συνδικαλιστικών τους ενώσεων. Το «κακό» άρχισε όταν ο υπουργός Εργασίας Γ. Κατρούγκαλος είπε στους εκπροσώπους των εργαζομένων ότι «ενταχθήκατε στους αυτοαπασχολούμενος, προκειμένου να έχετε δημοσιογραφική ανεξαρτησία».
Προφανώς, σύμφωνα με πηγές του υπουργείου, ο και καθηγητής Νομικής υπουργός ήθελε να πει ότι ο αυτοαπασχολούμενος διατηρεί την ανεξαρτησία του στην εκφορά της είδησης και τον σχολιασμό της, κάτι που δεν επιτυγχάνεται πλήρως με τη «σχέση εξάρτησης» που δημιουργεί η μισθωτή εργασία. Με μια απλή διατύπωση, ο κ. Κατρούγκαλος το έθεσε «νομικά».
Οι εκπρόσωποι των δημοσιογράφων το είδαν σαν απαρχή της γενίκευσης των «μπλοκακίων» και της υποβάθμισης της μισθωτής εργασίας και των συλλογικών συμβάσεων. Πράγμα που επιφέρει το χάσιμο δύο μισθών (δώρο Χριστουγέννων κ.λπ.) τον χρόνο, απώλεια της αποζημίωσης λόγω απόλυσης, απώλεια δικαιώματος επιδόματος ανεργίας κ.λπ. Είναι ο μόνιμος εφιάλτης των συνδικαλιστικών ενώσεων, που δικαίως ζουν με την εντύπωση ότι οι εκδότες-εργοδότες «γλυκοκοιτάζουν» τα μπλοκάκια και δεν επιθυμούν τις συλλογικές συμβάσεις.
Αλλωστε τα τελευταία πέντε μνημονιακά χρόνια δεν έχει συναφθεί συλλογική σύμβαση εργασίας με τους εργοδότες, ενώ οργιάζουν οι απολύσεις (η ανεργία στον κλάδο είναι πάνω από 60%), η ανασφάλιστη εργασία και η περικοπή μισθών, που τους κάνει απόλυτα αναξιοπρεπείς.
Οι υψηλοί τόνοι δικαιολογούνται και από τις δύο πλευρές. Το ασφαλιστικό δημιουργεί οξύνσεις και αντιπαραθέσεις, φέρνει σε δύσκολη θέση εργαζόμενους και κυβέρνηση της Αριστεράς (που εξ ορισμού έχει ως προτεραιότητά της να τους προστατεύει και να τους ενισχύει) και πολλές φορές οδηγούν σε παρέκκλιση τη συζήτηση.
Ασφαλώς οι τόνοι πρέπει να χαμηλώσουν και ας δημιουργεί οξύτητα η στενότητα του χρόνου του διαλόγου και η περικοπή 1,8 δισ. των δαπανών για συντάξεις, που επέβαλε στη χώρα το τρίτο Μνημόνιο.
Ας μη μας κλέψουν, όμως, τον χρόνο του διαλόγου οι «παρεκκλίσεις». Τη στιγμή που η κυβέρνηση προσπαθεί εναγωνίως να βρει πόρους για να μη μειωθούν πολύ οι συντάξεις (γιατί αυτές θα μειωθούν), εμείς (ο κλάδος μας) στριφογυρίζουμε γύρω από την ουρά μας. Θέτουμε σε συζήτηση το θέμα του αγγελιόσημου που χρηματοδοτεί κατά 50% τα Ταμεία μας (που δεν είναι πλέον καθόλου «ευγενή») και μιλάμε για ελλείμματα των Ταμείων μας, όταν γνωρίζουμε ότι τα έχουν κατασφάξει οι προηγούμενες κυβερνήσεις, όπως έχουν κατασπαράξει και τις συντάξεις μας.
Οι «διαμάχες» δεν ενδιαφέρουν τους αναγνώστες μας. Τους ενδιαφέρουν όμως οι αλήθειες για τα «προνόμια» των δημοσιογράφων, αφού αυτά «προβάλλονται» ακόμη και από συναδέλφους.
Ας απαριθμήσουμε, λοιπόν, αυτές τις αλήθειες: Δεν έχουν οι δημοσιογράφοι καμιά φοροαπαλλαγή. Ο,τι υπήρχε έχει καταργηθεί προ 20 και πλέον ετών. Πριν από λίγες μέρες, μάλιστα, καταργήθηκε και το δωρεάν εισιτήριο σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία.
Τα Ταμεία τους δεν παίρνουν ούτε ένα ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τότε που ιδρύθηκαν (πριν από 6 δεκαετίες) μέχρι σήμερα. Στο παρελθόν ο πόρος τους προερχόταν από εισφορές των εργαζομένων και από το Λαχείο Συντακτών (το πρωτοχρονιάτικο που συνέβαλε, στο μέτρο του δυνατού, στη στέγαση ξεριζωμένων από τις εστίες τους ανθρώπους στη μετεμφυλιακή Ελλάδα).
Το λαχείο αυτό το κατάργησε η χούντα των συνταγματαρχών, από την… αγάπη που έτρεφε για τους δημοσιογράφους. Υπό την πίεση των τότε εκδοτών θεσπίστηκε το αγγελιόσημο, το οποίο υποκαθιστά τις εργοδοτικές εισφορές και την εισφορά του κράτους στην κοινωνική ασφάλιση.
Κατά τον καθηγητή Αντ. Μανιτάκη και πολλούς διακεκριμένους νομικούς, μεταξύ αυτών και ο σημερινός υφυπουργός Εργασίας Τ. Πετρόπουλος, το αγγελιόσημο αποτελεί «οιονεί εργοδοτική εισφορά». Την προηγούμενη μίζερη πενταετία, όπου το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 25% και η οικονομική δραστηριότητα (άρα και η διαφημιστική δαπάνη των επιχειρήσεων) συρρικνώθηκε, οι πόροι του ΕΤΑΠ (κύρια ασφάλιση) προέρχονταν κατά 40-50% από το αγγελιόσημο, κατά 30% από εργατικές εισφορές, και κατά 30% από τους τόκους ομολόγων και καταθέσεων.
Να ληφθεί υπόψη ότι οι 2.500 εργαζόμενοι της ΕΡΤ βρίσκονταν στους δρόμους επί 2 συναπτά έτη και δεν πλήρωναν εισφορές. Κατά υπολογισμούς, η αντικατάσταση του αγγελιόσημου με εργοδοτικές εισφορές θα οδηγούσε σε λουκέτο όλες τις καθημερινές εφημερίδες που έχουν ημερήσια κυκλοφορία κάτω από 10-12.000 φύλλα. Δηλαδή, σχεδόν όλες. Πλουραλισμός, εργαζόμενοι και ένας ολόκληρος επιχειρηματικός κλάδος θα ρίχνονταν στο πυρ το εξώτερον.
Το αγγελιόσημο καλύπτει κατά περίπου 80% τις δαπάνες του ΕΔΟΕΑΠ. Και εκεί δεν υπάρχουν εργοδοτικές εισφορές. Ομως ο ΕΔΟΕΑΠ δίνει εφάπαξ, επικουρική σύνταξη και προπαντός παροχές υγείας. Συντηρεί σε Αθήνα-Θεσσαλονίκη δύο ιδιόκτητα πολυϊατρεία με όλες τις ειδικότητες γιατρών και πληρώνει όλες τις δαπάνες φαρμάκων και νοσηλείας όλων των ασφαλισμένων του.
Το κράτος δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ. Ο ΕΔΟΕΑΠ, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, κατάντησε ελλειμματικός. Εάν, όμως, τα αποθεματικά του δεν τα έκοβε το PSI, θα μπορούσε να καλύψει τα ελλείμματά του για άλλα 10 χρόνια με τα σημερινά ισχνά δεδομένα. Το ΕΤΑΠ, παρά τη σφαγή του PSI (1,3 δισ. ευρώ), θα μπορούσε να ζήσει για άλλα 100 χρόνια τουλάχιστον χωρίς ευρώ από το κράτος.
Οι αλήθειες για τα «προνόμια» τελειώνουν με το ύψος των δημοσιογραφικών συντάξεων. Συνηθίζεται να αποκαλούνται «ευγενή» τα Ταμεία που δίνουν υψηλές συντάξεις. Το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ χορηγεί -όπως και όλα πλέον τα Ταμεία- ανώτατη σύνταξη 2.773 ευρώ τον μήνα. Είναι το λεγόμενο «πλαφόν» που ψηφίστηκε επί υπουργίας Γ. Κουτρουμάνη. Πρόκειται, όμως, για τη λεγόμενη «μεικτή» σύνταξη.
Ο ορυμαγδός των μειώσεων και των φορολογιών, που επιδαψίλευσαν στον ελληνικό λαό και την ελληνική κοινωνία οι συγκυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ – Ν.Δ. – ΔΗΜΑΡ – ΛΑΟΣ, κατόρθωσαν να περιορίσουν την ανώτερη καθαρή σύνταξη (αυτή που παίρνει στην τσέπη του ο συνταξιούχος) μόλις στα 1.550 ευρώ τον μήνα.
Αυτή η σύνταξη αντιστοιχεί σε τουλάχιστον 35 χρόνια ασφάλισης και σε συντάξιμο μισθό περίπου 7.000 ευρώ, πάνω στον οποίο επί σειρά ετών υπολογίζονταν οι ασφαλιστικές εισφορές (κρατήσεις). Μόνο ένας ή δύο δημοσιογράφοι το πολύ κάθε χρόνο έβγαιναν με την ανώτατη σύνταξη. Το 80% των συνταξιούχων έχουν σύνταξη κάτω των 1.000 ευρώ τον μήνα καθαρά.
Αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Η άλλη πικρή αλήθεια είναι ότι δεν είναι αληθές πως «δεν μειώνονται οι κύριες συντάξεις», όπως η κυβέρνηση και ο ίδιος ο Αλ. Τσίπρας έχουν επανειλημμένα δεσμευτεί.
Η πρόταση του κ. Κατρούγκαλου για το ασφαλιστικό προβλέπει ότι το «πλαφόν», δηλαδή η ανώτατη σύνταξη, μειώνεται από 2.773 ευρώ σε 2.300 ευρώ. Αν οι ειδικοί υπολογίζουν σωστά, το καθαρό ποσό που θα μπει στην τσέπη αυτού που παίρνει την υψηλότερη σύνταξη θα προσεγγίσει τα 1.000 – 1.100 ευρώ τον μήνα. Ανάλογα θα «αμειφθούν» και αυτοί που παίρνουν κάτω από τα 1.550 ευρώ.
