«Κάθε μέρα ξυπνάω και ξεκινώ την αναζήτηση για τροφή. Εχω χάσει πολύ βάρος, μοιάζω σαν σκελετός καλυμμένος μόνο με δέρμα. Κάθε μέρα αισθάνομαι πως θα λιποθυμήσω και δεν θα ξαναξυπνήσω. Εχω γυναίκα και τρία παιδιά. Τρώμε μία φορά κάθε δύο μέρες ώστε να είμαστε σίγουροι πως ό,τι μπορούμε να αγοράσουμε θα μας φτάσει. Για τις άλλες μέρες έχουμε νερό κι αλάτι και καμιά φορά και φύλλα από τα δέντρα»…
Σπαρακτικές οι μαρτυρίες από την πολιορκημένη Μαντάγια, όπως αυτή του Μοχάμαντ, ενός από τους 42.000 εγκλωβισμένους κατοίκους που κυριολεκτικά φυτοζωούν εντός της – μαρτυρίες που η Διεθνής Αμνηστία συγκέντρωσε στις 7 Ιανουαρίου και δημοσιοποίησε χθες, κάνοντας λόγο για «κινούμενους σκελετούς» στην ανταρτοκρατούμενη πόλη (25 χλμ. βορειοδυτικά της Δαμασκού κοντά στα σύνορα με τον Λίβανο), η οποία παραμένει εδώ και έξι μήνες χωρίς νερό και ηλεκτρισμό υπό τον ασφυκτικό κλοιό του συριακού στρατού και δυνάμεων της λιβανέζικης Χεζμπολάχ.
Η χθεσινή μέρα, ωστόσο, σηματοδότησε μια αχνή αχτίδα ελπίδας για την επιβίωση των λιμοκτονούντων. Πρώτη φορά μετά τον Οκτώβρη εισήλθε στην πόλη κομβόι φορτηγών με τρόφιμα, φάρμακα και είδη πρώτης ανάγκης από τον Ερυθρό Σταυρό, την Ερυθρά Ημισέληνο και το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ.
Εγιναν δεκτά με κλάματα ανακούφισης, παρότι τα εφόδια επαρκούν μόλις για ένα μήνα. «Είδα έναν άντρα να σκοτώνει γάτες και να παρουσιάζει το κρέας ως κουνέλι στην οικογένειά του», διηγήθηκε στο Γαλλικό Πρακτορείο μια 17χρονη.
Κάτοικοι της Μαντάγια κατηγορούν τον Μπασάρ αλ Ασαντ ότι τους αφήνει σκόπιμα να πεθάνουν από πείνα, άλλοι όμως καταγγέλλουν πως οι αντικαθεστωτικοί κατάσχουν τρόφιμα και τα πουλούν σε εξωφρενικές τιμές, με ένα κιλό ρύζι ή ζάχαρη να στοιχίζει περίπου 450 δολάρια.
Η Διεθνής Αμνηστία εγκαλεί όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές για χρήση του λιμού ως όπλο πολέμου.
Υπό το βάρος της διεθνούς κατακραυγής, το καθεστώς επέτρεψε τελικά την άφιξη ανθρωπιστικής βοήθειας στο πλαίσιο συμφωνίας του Σεπτεμβρίου για παράλληλη κατάπαυση του πυρός στη Μαντάγια και στους δύο σιιτικούς θύλακες, Φούα και Καφράγια, της βορειοδυτικής επαρχίας Ιντλίμπ, που βρίσκονται υπό καθεστωτικό έλεγχο, αλλά παραμένουν από τον περασμένο Μάρτιο περικυκλωμένοι από εξτρεμιστικές σουνιτικές οργανώσεις.
Ταυτόχρονα με την άφιξη της αυτοκινητοπομπής στη Μαντάγια, φορτηγά με βοήθεια έφταναν χθες και στα δύο χωριά, όπου εκτιμάται ότι ζουν περίπου 30.000 άνθρωποι.
Οι οργανώσεις αρωγής ζητούν απρόσκοπτη πρόσβαση στις πολιορκημένες περιοχές με έμφαση στη Μαντάγια, στην οποία έχουν πεθάνει από πείνα τουλάχιστον 28 άνθρωποι από την 1η Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα.
Η ανθρωπιστική κρίση στην πόλη επρόκειτο να συζητηθεί χθες στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, καθώς κορυφώνονται οι διεργασίες για την πολιτική διευθέτηση του συριακού εμφυλίου εν όψει της 25ης Ιανουαρίου, οπότε έχει οριστεί θεωρητικά η έναρξη στη Γενεύη των διαπραγματεύσεων μεταξύ καθεστώτος, συριακής αντιπολίτευσης και διεθνούς κοινότητας υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.
Η Δαμασκός δεν έχει επιβεβαιώσει ακόμα τη συμμετοχή της, απαιτώντας τον αποκλεισμό όλων των οργανώσεων που χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές». Αντίστοιχα, η αυτοεξόριστη αντιπολίτευση απειλεί πως δεν θα προσέλθει στις διαβουλεύσεις όσο το καθεστώς κι οι σύμμαχοί του συνεχίζουν να βομβαρδίζουν αμάχους.
Ο συντονιστής της αντιπολίτευσης Ριάντ Χιτζάμπ (πρώην πρωθυπουργός υπό τον Ασαντ, που αυτομόλησε το 2012), στη συνάντησή του με τον Φρανσουά Ολάντ στο Παρίσι, κατηγόρησε τη Ρωσία για τη χθεσινή αεροπορική επιδρομή τριών σχολείων κοντά στο Χαλέπι, ανεβάζοντας σε 35 τον αριθμό των παιδιών που σκοτώθηκαν.
Ο Γάλλος ΥΠΕΞ Φαμπιούς ζήτησε από Μόσχα και Δαμασκό να σταματήσουν τις «απαράδεκτες» επιθέσεις εναντίον αμάχων, με τον Ολάντ να επαναλαμβάνει πως «ο Ασαντ δεν έχει κανένα ρόλο στη Συρία του αύριο».
