Βραβευμένη πρόσφατα με δύο Χρυσές Σφαίρες η κινηματογραφική βιογραφία του frontman της Apple στηρίζεται στις ερμηνείες του Μάικλ Φασμπέντερ και της Κέιτ Γουίνσλετ. Στις αίθουσες και η καθηλωτική «επιστροφή» του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου με τον εξαιρετικό Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, υποψήφια για 12 Οσκαρ.
Steve Jobs ★★★½✰✰
(ΗΠΑ, Βρετανία, 2015, 122′)
- σκηνοθεσία: Ντάνι Μπόιλ
- ηθοποιοί: Μάικλ Φασμπέντερ, Κέιτ Γουίνσλετ, Σεθ Ρόγκεν, Τζεφ ΝτάνιελςΠιο πολύ από μια ταινία για τον Στιβ Τζομπς, περισσότερο από το καινούργιο φιλμ του Ντάνι Μπόιλ («Trainspotting») ή τις νέες ερμηνείες του Μάικλ Φασμπέντερ και της Κέιτ Γουίνσλετ, που είναι και οι δύο υποψήφιοι για Οσκαρ, το «Steve Jobs» είναι η απόδειξη του ταλέντου του αριστουργηματικού σεναριογράφου Ααρον Σόρκιν και η επιτυχία της ταινίας τού ανήκει.
Το εύρημα του φιλμ είναι ότι εκτυλίσσεται σε τρία μέρη, τρία «επεισόδια», όταν ο Στιβ Τζομπς, ο frontman της Apple, πρόκειται να λανσάρει, μπροστά σε κοινό, τρία νέα προϊόντα της εταιρείας. Το φιλμ εκτυλίσσεται στα παρασκήνια, όπου ο Τζομπς, με την ακούραστη βοηθό του, Τζοάνα Χόφμαν, συναντιέται, μιλά, τσακώνεται, επιβάλλεται, αναλογίζεται, μισεί κι αγαπά, διάφορους σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή και στην καριέρα του και την πρώτη κόρη του, Λίσα.
Μέσα απ’ αυτές τις τρεις σεάνς συζητήσεων, ο θεατής δεν μαθαίνει τόσο βιογραφικά στοιχεία του Τζομπς, όσο τρυπώνει στο μυαλό μιας διαφορετικής ιδιοφυΐας, ενός ανθρώπου που δυσκολεύεται ν’ αναμετρηθεί με τον εαυτό του.
Ο Ντάνι Μπόιλ, πάντα εφετζής, αποφασίζει με ενδιαφέροντα τρόπο να αποτυπώσει την καθεμιά από τις τρεις πράξεις της ταινίας του («το Mac» το 1984, το «NeXT» το 1988 και το «iMac» το 1997), με την αισθητική, την ποιότητα του φιλμ, τα χρώματα και την υφή του σινεμά της καθεμιάς από τις τρεις εποχές. Και στην πορεία, προσπαθώντας να «ζωντανέψει» κινηματογραφικά τις διαλογικές σκηνές, σκαρφίζεται μια σειρά από ταμπλό βιβάν στο φόντο. Ωστόσο, οποιαδήποτε παρέμβαση είναι ευχάριστη αλλά περιττή.
Με μια θαυμάσια ερμηνεία από τον Μάικλ Φασμπέντερ που δεν μοιάζει σωματικά στον Τζομπς, αλλά χτίζει έναν αιχμηρό ήρωα και μια εκπληκτική εμφάνιση της Κέιτ Γουίνσλετ που καταφέρνει όχι μόνο να εξελίσσεται μέσα στην ταινία αλλά και ν’ αποτελεί αυτή, στην ουσία, τον συνδετικό κρίκο της, το «Steve Jobs» λειτουργεί μόνο αν κανείς παραδοθεί άνευ όρων στον συνεχόμενο, καταιγιστικό διάλογο, που ξεκινά στην αρχή και τελειώνει στο τέλος της ταινίας και είναι γραμμένος με τρόπο συναρπαστικό.
Μέσα του χωρά τεχνογνωσία, συγκίνηση, πάθος, ερωτήσεις, σκοτάδι κι αυτός ο σταθερός, ανίκητος οπτιμισμός του Ααρον Σόρκιν. Αν κανείς δει την ταινία με σκοπό να μάθει περισσότερα για τη φυσιογνωμία του Στιβ Τζομπς, θα φύγει απογοητευμένος. Θα μείνει, ωστόσο, αδιάλειπτα γοητευμένος αν ενδιαφέρεται να δει να ξετυλίγεται μπροστά του ένα τέλειο σενάριο.
Η επιστροφή ★★★✰✰
(The Revenant, ΗΠΑ, 2015, 156′)
- σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου
- ηθοποιοί: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Τομ Χάρντι, Ντόμναλ Γκλίσον, Γουίλ Πόλτερ, Λούκας Χάας
Εναν χρόνο μετά το «Birdman», ο φιλόδοξος και τολμηρός Μεξικανός σκηνοθέτης επιστρέφει, με μια ταινία οπωσδήποτε μεγαλειώδη τεχνικά και δημιουργικά, για να διεκδικήσει και πάλι τον τίτλο της καλύτερης ταινίας της χρονιάς, στα επικείμενα Οσκαρ (με 12 υποψηφιότητες) και στη συνείδηση κριτικών και κοινού. Το σίγουρο είναι ότι καταφέρνει να εντυπωσιάσει, αν και όχι να παρασύρει συναισθηματικά τον θεατή στο μεγαλεπήβολο μελόδραμά του, μια ιστορία επιβίωσης, εκδίκησης, ανθρώπινης μοναξιάς μέσα στη σκληρή και απειλητική, τεράστια φύση.
Εμπνευσμένο από το βιβλίο του Μάικλ Πανκ του 2002, που περιγράφει την πραγματική αμερικανική εμπειρία στις περιοχές της Μοντάνα και της Νεμπράσκα τον 19ο αιώνα, ο Ινιάριτου καταπιάνεται με τον Χιου Γκλας, υπαρκτό πρόσωπο που η ταινία αξιοποιεί μυθοπλαστικά, έναν λευκό οδηγό των αποστολών στη Δύση για τους εμπόρους γούνας και δερμάτων.
Στην ταινία, ο Γκλας, μαζί με τον γιο του, καρπό της ένωσής του με μια όμορφη Ινδιάνα, τραυματίζεται από μια αρκούδα και, αποτελώντας βάρος για την ομάδα του, εγκαταλείπεται στα χιόνια στο πουθενά ώσπου να πεθάνει. Το ένστικτο της επιβίωσης και το ορμητικό κίνητρο της εκδίκησης, ωστόσο, τον ωθούν να ζήσει και να «επιστρέψει» ως τιμωρός.
Το βέβαιο είναι ότι ο Αλεχάντρο Ινιάριτου είναι, από τους σύγχρονους, «νεότερους» σκηνοθέτες, εκείνος που περισσότερο απ’ όλους έχει πάντα ένα όραμα καθαρά κινηματογραφικό, μεγάλο, δύσκολο και ανταγωνιστικό. Κάθε του ταινία είναι μια αναμέτρηση με την τέχνη του σινεμά, από την οποία βγαίνει νικητής.
Μαζί με τον φωτογράφο-διάνοια Εμάνουελ Λουμπέσκι, τα μακροσκελή πλάνα του που άλλοτε επιτίθενται κι άλλοτε παρατηρούν σε στροφές 360 μοιρών, με την απίθανη ηχητική μπάντα και με τη μουσική του Ρουίτσι Σακαμότο, ο Ινιάριτου δημιουργεί μια συμφωνία του τρόμου μέσα στην άγρια φύση, μέσα στη δυνατή ανθρώπινη φύση και στην πρωτογενή επικοινωνία του ανθρώπινου πνεύματος με μια θεία δύναμη που βρίσκεται πιο ψηλά από τα πανύψηλα δέντρα.
Τόσο, όμως, τον ενδιαφέρει τον Ινιάριτου αυτός ο ανταγωνισμός, τόσο σίγουρος είναι ότι διαφεντεύει το σινεμά, μ’ έναν ναρκισσισμό που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του, που ξεχνά τη συναισθηματική ένταση, οι ήρωές του είναι τετριμμένοι, η συναισθηματική εμπλοκή απούσα.
Η ταινία του συχνά φέρνει στο μυαλό τον Τέρενς Μάλικ, δεν είναι τυχαίο ότι ο Λουμπέσκι υπέγραψε και το «The New World» του Μάλικ του 2005, τη δική του αφήγηση της πρώτης, βίαιης συνάντησης των αποίκων με τους ιθαγενείς Ινδιάνους, όμως εκείνη η ταινία είχε ψυχή, ετούτη έχει θέαμα.
Παρότι η ταινία ξεκινά με μια αποστομωτική σκηνή μάχης της ομάδας του Γκλας με τους Ινδιάνους, από τις πιο ρεαλιστικές και εντυπωσιακές, συνεχίζει με μια ιστορία προβλέψιμη, λίγο ανεπτυγμένη, γεμάτη στοιχεία που δεν αξιοποιούνται, γιατί στ’ αλήθεια δεν ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτη τόσο.
Ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, που όλα δείχνουν ότι φέτος θα κερδίσει το πρώτο Οσκαρ της υπέροχης καριέρας του, είναι από μόνος του (κι ως επί το πλείστον μόνος του), μια δύναμη της φύσης, απόλυτα ταγμένος στη δοκιμασία αυτής της ταινίας, η ερμηνεία του όμως είναι περισσότερο σωματικά δύσκολη, παρά εγκεφαλικά δουλεμένη όπως εκείνη, για παράδειγμα, στο «The Wolf of Wall Street» του Μάρτιν Σκορσέζε.
Ο Ινιάριτου έχει κατορθώσει ένα επίτευγμα, το «The Revenant» είναι ένα καθηλωτικό κινηματογραφικό έπος, μια αποθέωση του σινεμά την εποχή που αυτό συνηθίζει ν’ αρκείται στην αφήγηση. Μόνο που περισσότερο συγκινεί με όσα πετυχαίνει σκηνοθετικά, παρά με την πορεία του μοναχικού του ήρωα, ή τη δήθεν υπαρξιακή του αναζήτηση, ή τη φιλοσοφία και το συναίσθημα. Απλώς γιατί στις προσδοκίες του Ινιάριτου αυτά έχουν μικρή σημασία.
Οι Ηρωες του Κακού ★★✰✰✰
(Los Heroes del Mal, Ισπανία, 2015, 98′)
- σκηνοθεσία: Ζόε Μπεριατούα
- ηθοποιοί: Εμίλιο Παλάθιος, Χόρχε Κλεμέντε, Μπεατρίς Μεντίνα, Μακαρένα Γκόμεζ, Ολίβια Μπάλιβι, Νάτσο Κορονάδο
Τρεις έφηβοι, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι, με κοινό βίωμα την απόρριψη από τους συμμαθητές τους, δοκιμάζουν όχι μόνο το σεξ και τα ναρκωτικά, αλλά κυρίως τη βία, ως τρόπο επιβολής. Εφηβικό κυνικό δράμα, στολισμένο με μια ιδιότυπη χρήση της μουσικής που υπερτονίζει ή υπονομεύει τη συχνά χορογραφημένη δράση. Σεναριακά, ωστόσο, υποκύπτει εύκολα στο κλισέ και στον μελοδραματισμό, με αποτέλεσμα ν’ απευθύνεται κυρίως στους «αναστατωμένους» έφηβους θεατές.
Κοκορόκι, ο ήρωας της φάρμας ★★✰✰✰
(Un Gallo con Muchos Huevos, Μεξικό, 2015, 98′ )
- σκηνοθεσία: Γκαμπριέλ Ρίβα-Παλάθιο Αλατρίστε, Ροντόλφο Ρίβα-Παλάθιο Αλατρίστε
- με τις φωνές των: Παναγιώτη Αποστολόπουλου, Ντένη Μακρή, Σπύρου Περγαντά, Ειρήνης Τσίγκα, Βασιλικής Κατσικερού
Ο Ρόκι, το μικρό κοτοπουλάκι, ονειρεύεται μια μέρα να γίνει μεγάλος και τρανός μποξέρ. Μόνο που θα χρειαστεί να κάνει το όνειρό του δύσκολη πραγματικότητα, όταν η φάρμα όπου ζει το κοτέτσι του κινδυνεύει να πουληθεί. Διασκεδαστικό μεξικανικό animation που μεταφέρει στην παιδική ζώνη έναν συνδυασμό «Rocky» και «Καράτε Κιντ». Με τρυφερό μήνυμα αυτοπεποίθησης, χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση στο σχέδιο ή στο σενάριο, θα γεμίσει κέφι τους μικρούς θεατές, για τους οποίους η ταινία προβάλλεται μόνο μεταγλωττισμένη.
