Το 2011 είχε ανακοινώσει ότι σταματάει το σινεμά, γιατί δεν μπορούσε πια να γυρίζει ταινίες «με τη χαρά και την αλαφράδα» που είχε κάποτε. Κι όμως, το 2013 πήγε στις Κάνες με την τελευταία του δουλειά, ένα ντοκιμαντέρ για τον Φελίνι («Τι περίεργο να σε λένε Φεντερίκο»). Ο κύκλος είχε κλείσει. Ξανασυναντήθηκαν οι δυο τους όπως τότε, που στα νιάτα τους, δημοσίευαν σκίτσα στο περίφημο εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό «Marc Aurelio», κάτι σαν το «Charlie Hebdo».
Γιατί ο Ετορε Σκόλα, που η είδηση του θανάτου του λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης ήταν μια κεραμίδα για τους σινεφίλ, κι ας ήταν 84 χρόνων, βρήκε σιγά σιγά τον δρόμο του προς το σινεμά. Εγινε όμως ένας από τους κορυφαίους Ιταλούς σκηνοθέτες, γύρισε 41 ταινίες σε 40 χρόνια, ανάμεσά τους και μερικά αριστουργήματα, που θα μείνουν στην Ιστορία.
Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους ηθοποιούς. Ηταν αυτός τυχερός; Ηταν η Ιταλία; Ανήκε, πάντως, στη γενιά που πήρε τη σκυτάλη από τον νεορεαλισμό, πατώντας, όμως, στην κληρονομιά του, και έκανε τη δεκαετία του ’70 μια ακόμα περίοδο αίγλης για τον ιταλικό κινηματογράφο.
Ο Σκόλα γύρισε ταινίες κωμικές και γκροτέσκες. Εκανε κοινωνικές και πολιτικές σάτιρες. Διηγήθηκε πικρές, μελαγχολικές ιστορίες. Πάντα, όμως, με μια μοναδική ικανότητα να πιάνει τον σφυγμό της κοινωνίας γύρω του, χωρίς ποτέ να χαρίζεται σε κανέναν, αυτός ένας στρατευμένος στο PCI στα χρόνια της δόξας του.
Στον Βιτόριο Γκάσμαν χρωστάμε ότι έγινε σκηνοθέτης. Ο σπουδαίος ηθοποιός τού πρότεινε το 1964 να τον σκηνοθετήσει στη σπoνδυλωτή ταινία «Se permettete parliamo di donne». Mέχρι τότε, για δώδεκα χρόνια (1952-1964), ο Ετορε Σκόλα συμμετείχε, πότε «αόρατος», πότε με το όνομά του, στους τίτλους, σε σενάρια για ταινίες άλλων, πολλές ασήμαντες, άλλες σημαντικές, όπως ο «Φανφαρόνος» και τα «Τέρατα» του Ντίνο Ρίζι.
Τότε ήταν που πρωτοσυνάντησε τους μεγάλους ηθοποιούς, Μαστρογιάνι, Μανφρέντι, Γκάσμαν, Σόρντι, Τονιάτσι, τους έμαθε σε βάθος, για να εκμεταλλευτεί αργότερα αυτή τη γνώση του και να τους δώσει ρόλους που τους πήγαιναν ή ακόμα καλύτερα έβγαζαν άγνωστες, κρυμμένες πτυχές τους.
■ Τον γοητευτικό Μαρτσέλο, για παράδειγμα, δύο φορές τον έκανε ομοφυλόφιλο, δειλό και εσωστρεφή στο «Dramma della gelosia» («Δράμα ζηλοτυπίας», 1970), διανοούμενο και αντιφασίστα στη θρυλική πια «Μια ξεχωριστή μέρα» (1977). Για πολλούς αυτή είναι και η σημαντικότερη ταινία του Ετορε Σκόλα (έφτασε και στις υποψηφιότητες για το ξενόγλωσσο Οσκαρ).
Οχι μόνο για τον Μαστρογιάνι, ούτε μόνο για τη Σοφία Λόρεν, που κι αυτή τη μετέτρεψε στο αντίθετό της, δηλαδή σε μια άχρωμη, υποταγμένη, κακοπαντρεμένη νοικοκυρά, που ζει με τον «διαφορετικό» γείτονά της μια ιστορία αγάπης. Αλλά γιατί αυτοί οι δύο άνθρωποι, που ζουν στο περιθώριο, συναντιούνται και αγκαλιάζονται με απόγνωση την ίδια ώρα που όλη η Ιταλία παραληρεί για μια άλλη, πολύ macho συνάντηση: του Μουσολίνι και του Χίτλερ, στη Ρώμη της 8ης Μαΐου 1938.
■ Δεν είναι εύκολο να αποφασίσει κανείς ποια ταινία του Σκόλα έχει τους περισσότερους οπαδούς. Μια, πάντως, λίγο ξεχασμένη σήμερα, το «C’eravamo tanto amati» του 1974 («Είχαμε αγαπηθεί τόσο»), που ήταν και η πρώτη που τον καθιέρωσε διεθνώς, αξίζει να τη δούμε και να την ξαναδούμε.
Σε πρώτο επίπεδο είναι η ιστορία τριών φίλων (Γκάσμαν, Μανφρέντι, Σάτα Φλόρες), που συνδέθηκαν στα χρόνια της Αντίστασης πολεμώντας για την ελευθερία και χώρισαν για μια γυναίκα (Στεφανία Σαντρέλι). Σε δεύτερο πλάνο, η ίδια η Ιταλία στη διάρκεια τριάντα χρόνων (1945-1975), από τους παρτιζάνους στη Χριστιανοδημοκρατία.
■ Αλλά μήπως και η συναρπαστική, σκληρή αλλά και αφάνταστα κωμική ταινία του «Βίαιοι, βρόμικοι και κακοί» δεν ήταν μια ειλικρινής, αμείλικτη ματιά πάνω στη σύγχρονη Ιταλία, στην οποία τέρατα και ανηθικότητα μπορούν κάλλιστα να ζουν και να βασιλεύουν σε εξαθλιωμένες παραγκουπόλεις γύρω από τη Ρώμη; Με ρεσιτάλ ερμηνείας από τον Νίνο Μανφρέντι, στον ρόλο ενός απαίσιου πάτερ φαμίλια, η ταινία δίκαια του χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες του 1976.
■ Και το 1980 ήρθε η «Ταράτσα» του Σκόλα. Βρισκόταν τότε στην κορυφή της καριέρας του. Αλλά πόσο πικρή και απογοητευμένη ήταν η ματιά του πάνω στη γενιά του, την ίδια του τη ράτσα, τους διανοούμενους αριστερούς συντρόφους του.
Τους μάζεψε με τη μορφή του Τρεντινιάν, του Τονιάτσι, του Μαστρογιάνι, του Γκάσμαν σε μια τεράστια βεράντα πολυτελούς διαμερίσματος της Ρώμης, δημοσιογράφους, σεναριογράφους, παραγωγούς, υπαλλήλους της RAI και κομμουνιστές βουλευτές και τους αποκάλυψε: ταπεινωμένους, αποτυχημένους, μόνους, προδομένους και προδότες των παλιών τους ονείρων.
Νομίζω ότι ήταν και η τελευταία μεγάλη ταινία του Σκόλα που ζήσαμε στην Αθήνα της επερχόμενης «αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ. Και δεν ήταν ένα απλό κινηματογραφικό γεγονός. Ηταν πολιτικό μάθημα.
«Οι ταινίες είναι παντοτινές»
«Κάνεις πάντα πάνω-κάτω την ίδια ταινία», έλεγε ο Ετορε Σκόλα στη «Μοντ» την εποχή τού «Μια ξεχωριστή μέρα». «Με απασχολούσε πάντα να μελετήσω την απομόνωση, τις κοινωνικές διαφορές. Ποτέ δεν ξεκινάω από ένα συγκεκριμένο θέμα, αλλά από μια ιδέα που τη μεταθέτω και τη βαφτίζω στο γκροτέσκο και το χιούμορ, γιατί βρίσκω ότι είναι ένας ευγενής και τραγικός τρόπος για να παρουσιάσεις τα σύγχρονα προβλήματα».
Και το 2004, με την ευκαιρία που η ταινία του «Είχαμε αγαπηθεί τόσο» ξανάβγαινε στις γαλλικές αίθουσες, ο μεγάλος Ιταλός θυμόταν και αποχαιρετούσε στη «Λιμπερασιόν» τους φίλους του.
«Από το 1996 μέχρι σήμερα πέθαναν όλοι οι φίλοι μου ηθοποιοί του μεγάλου ιταλικού σινεμά: Μαστρογιάνι, Γκάσμαν, Τονιάτσι, Σόρντι και πρόσφατα ο Μανφρέντι. Δεν νιώθω θλίψη, όχι. Γιατί μου μένει η χαρά ότι τους γνώρισα και δούλεψα μαζί τους, και η συγκίνηση να τους ξαναβλέπω πάλι και πάλι. Γιατί, για μας τους υπόλοιπους θνητούς, οι ταινίες είναι παντοτινές. Και αυτοί οι ηθοποιοί είναι πιο ζωντανοί από ποτέ.
Ο Γκάσμαν και ο Μανφρέντι στο “Είχαμε αγαπηθεί τόσο” μένουν ακίνητοι στον χρόνο. Ιδιοι όπως την πρώτη μέρα που τους είδα. Σαν μια γυναίκα που δεν θα γεράσει ποτέ και δεν θα μας προδώσει».
