Αν η καταστροφική διαχείριση της κρίσης της ευρωζώνης έδειξε ότι η νομισματική ένωση είχε χτιστεί σε σαθρά θεμέλια, καθιστάμενη έτσι μη βιώσιμη μακροπρόθεσμα, η τραγική αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης έχει θέσει σε κίνηση μια εντυπωσιακά ταχεία διαδικασία αποσύνθεσης του ενωσιακού θεσμικού πλαισίου.
Τα δύο αυτά γεγονότα, η κρίση του ευρώ και η προσφυγική κρίση, είναι αλληλένδετα ως προς τις συνέπειές τους. Πράγματι, όσο ισχύει ότι κανείς, πλέον, δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στα λεγόμενα των κυρίων Γιούνκερ, Σουλτς και Τουσκ ή, το σημαντικότερο, των θεσμών που αυτοί εκπροσωπούν, άλλο τόσο αληθεύει ότι οι ίδιοι αυτοί θεσμοί ήταν που επέτρεψαν και ανέχθηκαν την απαξίωσή τους, παραδίδοντας με χαρακτηριστική προθυμία και κατά παρέκκλιση των Συνθηκών το γενικό πρόσταγμα σε μη δημοκρατικά νομιμοποιημένους, εξωθεσμικούς σχηματισμούς.
Γιατί, λοιπόν, να μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι η Ενωση αδυνατεί να επιβάλει την εφαρμογή των ίδιων της των αποφάσεων για τη μετεγκατάσταση των προσφύγων βάσει ενός συστήματος ποσοστιαίου καταμερισμού;
Ή, ότι περιορίζεται σε χλιαρές εκδηλώσεις δυσφορίας, χωρίς όμως τη βούληση ή τη δυνατότητα να αντιδράσει, όταν κράτη-μέλη της επιδίδονται στην ανέγερση τειχών, νομιμοποιούν την αρπαγή των τιμαλφών που καταφέρνουν να διασώσουν οι πρόσφυγες φεύγοντας από τις φλεγόμενες εστίες τους και υιοθετούν ως μέρος της επίσημης ρητορικής τους και της μεταναστατευτικής τους πολιτικής τον ρατσιστικό λόγο και τη στοχοποίηση ανθρώπων που ζητούν άσυλο και προστασία;
Γιατί να απορούμε, όταν λίγες ώρες ύστερα από μια ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την αποφυγή κάθε μονομερούς ενέργειας στο προσφυγικό ζήτημα, μια ομάδα κρατών-μελών προχωρά σε αυτές, ακριβώς, τις μονομερείς ενέργειες, και μάλιστα σε συνέργεια με χώρες που δεν είναι καν μέλη της Ενωσης και με σαφέστατη πρόθεση εγκλωβισμού των προσφύγων στην Ελλάδα, η οποία τιμωρείται, όχι γιατί δήθεν δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, αλλά γιατί επέλεξε να εκτελέσει το νομικό και ηθικό καθήκον της, διασώζοντας εκατοντάδες χιλιάδες αθώους και σώζοντας τη χαμένη τιμή της Ευρώπης, ενώ κάποιοι εταίροι της θα προτιμούσαν ενδόμυχα να τους είχε αφήσει στη μοίρα τους και στο έλεος της θάλασσας;
Αν οι ευρωπαϊκές συμφωνίες δεν αξίζουν ούτε το χαρτί πάνω στο οποίο είναι γραμμένες και η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι στο πιο κρίσιμο ζήτημα της Ιστορίας της όλοι θα τιμήσουν τον λόγο και την υπογραφή τους, γιατί να εκπλησσόμαστε με το γεγονός ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης συγκινεί όλο και λιγότερους Ευρωπαίους και θεριεύει ο αντιευρωπαϊσμός;
Είναι, λοιπόν, αυτό το τέλος της Ευρώπης; Ισως όχι, αλλά είναι σίγουρα το τέλος της Ευρώπης όπως τη γνωρίζαμε μέχρι πρότινος και, εν πάση περιπτώσει, της Ευρώπης που είναι ταυτισμένη εννοιολογικά με την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Γινόμαστε, ήδη, μάρτυρες της μετα-Ε.Ε. φάσης της ευρωπαϊκής ιστορίας, όπου η Ενωση, χωρίς να διαλύεται επισήμως, καθίσταται απλό θεσμικό κέλυφος, κενό πολιτικού περιεχομένου, εντός του οποίου ο πολυκερματισμός και οι φυγόκεντρες τάσεις κρατών -όπως η Βρετανία- εντείνονται, οι εθνικισμοί επιστρέφουν στρώνοντας το έδαφος για την ολική επαναφορά του φασισμού και επιμέρους αυτονομημένες ομαδοποιήσεις κρατών διαμορφώνονται πάνω σε ψευδο-ιστορικές και πολιτισμικές γραμμές και με περισσότερο ή λιγότερο ευκαιριακό χαρακτήρα.
Τέτοιες είναι, μεταξύ άλλων, οι περιπτώσεις των χωρών του Βίζεγκραντ, καθώς και η Kerneuropa του κ. Σόιμπλε, οι οποίες όμως δεν έχουν κάποια ρεαλιστική προοπτική μακροημέρευσης, δεδομένων των ανταγωνισμών μεταξύ των κρατών που τις απαρτίζουν. Απόπειρες αναβίωσης στον 21ο αιώνα της Αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου, της Πολωνο-λιθουανικής Κοινοπολιτείας ή (εσχάτως) της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας είναι εκ προοιμίου καταδικασμένες και μόνον ως ιστορικές καρικατούρες μπορούν να ιδωθούν.
Η Ιστορία, όμως, όπως και η Φύση, απεχθάνεται το κενό. Δεδομένου ότι η Ενωση εκφυλίστηκε σε μια αφόρητα συγκεντρωτική και δυσλειτουργική τεχνοκρατία, ισοπεδώνοντας κάθε έννοια λαϊκής και κρατικής κυριαρχίας, η αποδόμησή της δεν χρειάζεται να θεωρείται οπωσδήποτε ένα αρνητικό γεγονός, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα.
Πράγματι, η μεταβατική εποχή που βιώνουμε είναι το interregnum του Γκράμσι, ανάμεσα στο παλιό που πεθαίνει και το νέο που πασχίζει να γεννηθεί, ή μάλλον να ανακαλύψει τη μορφή του.
Από αυτή τη μορφή θα κριθεί τελικά εάν θα υπάρξει μια νέα αρχή για την υπόθεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης πάνω σε στέρεες βάσεις και εντός εναλλακτικών θεσμικών σχημάτων, περισσότερο συμβατών με τις προκλήσεις του αιώνα μας ή αν θα παγιωθεί η ευρωπαϊκή κατάπτωση.
Σε κάθε περίπτωση, μακριά από το να περιμένουμε μοιρολατρικά τις εξελίξεις, αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να τις διαμορφώσουμε από κοινού με τις δημοκρατικές δυνάμεις που ενισχύονται εντός και άλλων ευρωπαϊκών λαών.
* δικηγόρος, διδάκτορος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος LL.M. από το London School of Economics.
