Παρακολουθώντας την εξαιρετικά σημαντική συνέντευξη του Γιάνη Βαρουφάκη επανέρχονται απωθημένες μνήμες για την πλέον φορτισμένη συναισθηματικά περίοδο των τελευταίων χρόνων, αυτή της εξάμηνης διαπραγμάτευσης. Η συγκεκριμένη αφήγηση ανατέμνει την ιστορία και αναγεννά μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων:
Πώς γίνεται ο κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης να διαφωνεί με το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, το οποίο θα υλοποιούσε; Ισχύει ή όχι η θεωρία περί διαφωνίας Σόιμπλε-Μέρκελ σε κρίσιμα θέματα;
Το ζήτημα είναι αν εκπονήθηκε Plan B ή Χ ή τι ακριβώς αυτό συνεπαγόταν και κυρίως πώς διαμεσολαβήθηκε στον κόσμο; Πώς γίνεται να περνάει στα «ψιλά» η υπόθεση της αδυναμίας ελέγχου της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων; («Τρόικα εν κράτει»).
Αν υποθέσουμε ότι τα δύο διαπραγματευτικά όπλα Βαρουφάκη, τα «έξυπνα swaps», δηλαδή η μη αποπληρωμή των 27 δισ. χρέους που ήταν σε ελληνικό Δίκαιο, και το παράλληλο σύστημα πληρωμών, απορρίφθηκαν από την κυβέρνηση, ποια ήταν τα δικά μας όπλα για έναν έντιμο συμβιβασμό;
Συνιστά πολιτική αφέλεια η σκέψη πως το ευρωπαϊκό κατεστημένο δεν θα αντιδρούσε στη φημολογούμενη συμφωνία με την Κίνα; Και, φυσικά, πώς ο πρωθυπουργός (με δηλωμένη την πρόθεση παραμονής στο ευρώ) αναίρεσε μέσα σε λίγες ώρες το θριαμβευτικό «όχι» του δημοψηφίσματος, ερμηνεύοντάς το κατά το δοκούν;
Ο Γιάνης Βαρουφάκης, όπως αποθεώθηκε και αναδείχτηκε από τα Μέσα, έτσι σήμερα αποδομείται ως ο «τρελός του χωριού», «επικίνδυνος», «θρασύς», «εγκληματίας», «ακατάλληλος» στην καλύτερη περίπτωση. Σ’ αυτό συμφωνούν σχεδόν όλοι από διαφορετική αφετηρία καθώς βολεύει τις εναλλακτικές στοχεύσεις. Η υστεροφημία του φιλελεύθερου, κεϊνσιανής αντίληψης οικονομολόγου μικρή σημασία έχει. Οπως και η προσπάθειά του να παρουσιάσει εαυτόν ως Ιφιγένεια.
Η χθεσινή αμήχανη αντίδραση της κυβέρνησης, η οποία αμφισβήτησε τη διαπραγματευτική ικανότητά του, ήταν δεδομένο πως θα δώσει την κατάλληλη αφορμή για να ενορχηστρωθεί με την αρωγή των ιδιωτικών -μη αδειοδοτημένων- καναλιών μια ανέξοδη επίθεση από την αντιπολίτευση προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού. Ομως η σοβαρή δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα απαιτεί διεξοδική μελέτη με διασταύρωση γεγονότων για το τι έγινε και τι όχι στο κρίσιμο εξάμηνο.
Είναι κατανοητό να πιστεύει κάποιος ότι η αποτυχία της διαπραγμάτευσης οφείλεται σε τακτικές αστοχίες ή χειρισμούς συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι σε λάθος στρατηγικής και συνολικής πολιτικής εκτίμησης.
Επτά μήνες μετά τα εφιαλτικά μερόνυχτα του Ιουλίου με την αναγκαστική (;) συνθηκολόγηση μπροστά στον αναμενόμενο ωμό εκβιασμό των θεσμών, ίσως το χειρότερο για την ελληνική κοινωνία να μην είναι καν η εφαρμογή ενός αντιλαϊκού προγράμματος που ο ίδιος ο πρωθυπουργός «δεν πιστεύει».
Η εδραίωση της πεποίθησης ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική δεδομένων των συνθηκών, η ουσιαστική νίκη του «ναι» δηλαδή, οφείλει να προβληματίσει εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ το κομμάτι εκείνο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, που απέτυχε οικτρά -παρότι σε προνομιακή συγκυρία- να δημιουργήσει ευρύτερες κοινωνικές συμμαχίες, να πείσει για ένα εναλλακτικό πρόγραμμα αλλά περιορίστηκε σε λαϊκίστικες αναλύσεις.
