Ας ξεφύγουμε από τις τραγικές εικόνες των προσφύγων και μεταναστών, που καταφτάνουν στα νησιά μας ή περιμένουν να ανοίξουν φράχτες σε σύνορα. Ας πούμε ότι κάποιοι «τυχεροί», κυρίως παιδιά, κατάφεραν να φτάσουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα. Εγινε το όνειρό τους πραγματικότητα ή η οδύσσειά τους στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχει τελειωμό;
Σ’ αυτό ακριβώς το θέμα εστιάζει μια ξεχωριστή ομάδα ταινιών του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, που έρχεται όπου να ‘ναι (11-20 Μαρτίου) και προφανώς έχει και κεντρικό αφιέρωμα στο προσφυγικό με τίτλο «Καταγράφοντας την προσφυγική κρίση: Μέθοδοι, στόχοι, προκλήσεις και δεοντολογία». Ειδικά όμως κάποιες ταινίες επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα για να αποκαλύψουν όχι απλώς ανθρώπινες τραγωδίες αλλά κυρίως τα κενά -νομικά, θεσμικά, υποδομών- που τους καταπίνουν στη χώρα υποδοχής τους.
● Δύο ντοκιμαντέρ έρχονται από τη Δανία, τη χώρα που τελευταία ενοχλεί με την πολιτική της απέναντι στους πρόσφυγες. Ο Αντρέας Κοφόντ στο «At Home in the World» παρακολούθησε επί έναν χρόνο την καθημερινότητα πέντε παιδιών σε ένα άσυλο του Δανέζικου Ερυθρού Σταυρού. Εχουν διαφορετικές εθνικότητες, αλλά έχουν όλα εγκαταλείψει τα σπίτια τους και μαζί με τις οικογένειές τους έχουν φτάσει στη Δανία ελπίζοντας σε μια νέα αρχή. Περιμένουν να εξεταστούν οι αιτήσεις τους για άσυλο.
Ελάχιστοι, όμως, αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης παραμονής και γίνονται μέρος της δανέζικης κοινωνίας. Οι περισσότεροι στέλνονται πίσω στη χώρα τους ή βγαίνουν στην παρανομία αρνούμενοι να επιστρέψουν στους πολέμους από τους οποίους διέφυγαν.
Στα ενδιάμεσα, στο άσυλο του Ερυθρού Σταυρού, τα μικρά παιδιά κάτω από την τρυφερή καθοδήγηση της δασκάλας τους, της Ντόρτε, προσπαθούν να μάθουν μια νέα γλώσσα και να προετοιμαστούν για μια καινούργια ζωή, κάτι που πολλές φορές είναι δύσκολο, αφού το καθένα μέσα του κουβαλά βαθιά τραύματα.
● Ενα από αυτά τα παιδιά θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει σε μερικά χρόνια ο ήρωας του επίσης δανέζικου ντοκιμαντέρ «Dreaming of Denmark» του Μίκαελ Γκράβερσεν. Θα μπορούσε να έχει την τύχη του 18χρονου Βάσι, που έφυγε από το Αφγανιστάν για να γλιτώσει από τη βία και την ίδια του την οικογένεια, έφτασε στα 15 του στη Δανία και έφτιαξε εκεί τη ζωή του. Εχει φίλους, διασκεδάζει, φλερτάρει. Μέχρι που έρχεται η απόρριψη της αίτησής του για άσυλο και είναι αναγκασμένος να φύγει.
Από κοντά του και ο σκηνοθέτης, που τον ακολουθεί επί χρόνια, πρώτα στην Ιταλία, όπου ο Βάσι ελπίζει να αποκτήσει την άδεια παραμονής, που θα του επιτρέψει να επιστρέψει στη Δανία. Είναι το όνειρο που του δίνει δύναμη για να αντέξει την αβεβαιότητα, τα ατέλειωτα ταξίδια με το τρένο σε μια Ευρώπη που δεν έχει θέση γι’ αυτόν, σε κρατητήρια και χώρους υποδοχής. Ο Βάσι, λέει το ντοκιμαντέρ, είναι ένα από τα 300 έως 800 παιδιά που φτάνουν κάθε χρόνο στη Δανία ασυνόδευτα.
● Η Συνθήκη του Δουβλίνου και ειδικά ο κανόνας της που ορίζει ότι η πρώτη χώρα της Ε.Ε. στην οποία εισέρχεται ο πρόσφυγας είναι υπεύθυνη για την αίτηση ασύλου του, έχει δημιουργήσει μεγάλες ομάδες από νέους ανθρώπους που περιπλανιούνται στην Ευρώπη και η μια χώρα μετά την άλλη τούς πετάει έξω.
Αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, που για την ώρα έχει παγώσει, θίγει το σουηδικό ντοκιμαντέρ «I am Dublin» των Νταβίντ Αρόνοβιτς, Ανα Πέρσον, Σαρμάρκ Μπινιουσούφ και Αχμέντ Αμπντουλαχί. Παρακολουθεί τον Αχμέντ, που ζει τρία χρόνια παράνομος και κρυμμένος στη Σουηδία, αλλά βρίσκεται έξιη στην Ευρώπη. Είναι, βλέπετε, μια «περίπτωση Δουβλίνου», τα αποτυπώματά του καταγράφτηκαν πρώτα στο νησάκι της Λαμπεντούζα, όπου έφτασε με πλοίο από την Αφρική. Αν δεν του δώσει άσυλο η Ιταλία, θα είναι για πάντα παράνομος.
● Με μια άλλη, πιο σπάνια πλευρά της πραγματικότητας των προσφυγόπουλων ασχολείται, τέλος, το ντοκιμαντέρ «No Man Is An Island» του Βέλγου Τιμ ντε Κέεεσμεκτερ. Δύο κάτοικοι της Λαμπεντούζα, ο γιατρός Μπαρτολό και ένας ξενοδόχος, «υιοθετούν» τον Ομάρ και τον Αδάμ, δύο έφηβους από Τυνησία και Γκάνα αντίστοιχα. Τους δίνουν «όνομα», στέγη, δουλειά. Φτάνει, όμως; Οι δύο νέοι λένε οι ίδιοι την ιστορία τους. Τι είναι γι’ αυτούς η Λαμπεντούζα; Φυλακή ή Γη της Επαγγελίας;
