Αύξηση ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών, ποσοστά της ανταποδοτικής σύνταξης, κριτήρια για την εθνική σύνταξη και βέβαια οι επικουρικές συντάξεις και εισφορές των αυτοαπασχολούμενων είναι τα αγεφύρωτα θέματα που άφησε ο πρώτος γύρος των διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους των δανειστών, με την κυβέρνηση να καλείται να βρει «γεφυροποιούς» στα τεχνικά κλιμάκια…
Αν δεν κατασκευαστούν οι γέφυρες ή δεν βρεθεί πολιτική λύση, όπως έχει υπαινιχθεί ο υπουργός Οικονομικών Ευκλ. Τσακαλώτος, τότε η μείωση των συντάξεων ως τρόπους διάσωσης του ασφαλιστικού και σύνθλιψης της πραγματικής οικονομίας είναι προ των πυλών…
Από σήμερα λοιπόν τα τεχνικά κλιμάκια των δανειστών μας και οι υπηρεσίες του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναλαμβάνουν τη σκυτάλη των προετοιμασιών για τη γεφύρωση των χασμάτων μεταξύ του ελληνικού σχεδίου ασφαλιστικής μεταρρύθμισης και των δανειστών μας που βλέπουν μόνο την περιστολή ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ως τρόπο διάσωσης της ελληνικής οικονομίας.
Από την ελληνική πλευρά πάντως εκφράζεται η άποψη ότι ο πρώτος γύρος της διαπραγμάτευσης ήταν αναγνωριστικός και περισσότερο δόθηκε έμφαση στην κατανόηση των ελληνικών θέσεων και όχι στην επιβολή αρεστών (στη νεοφιλελεύθερη εμμονή του κουαρτέτου των δανειστών μας) θέσεων.
Ωστόσο κατά τη διάρκεια των συζητήσεων κατέστη σαφές το πλαίσιο των διαφωνιών.
Τα «αγκάθια» της διαπραγμάτευσης
Κάτω από αυτά τα δεδομένα αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως αντικείμενο της σκληρής διαπραγμάτευσης είναι:
■ ΑΥΞΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ ΚΑΤΑ 1,5%: Ο κεντρικός άξονας της προτεινόμενης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ώστε να μην περικοπούν οι επικουρικές συντάξεις προσκρούει στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη ότι οποιαδήποτε αύξηση του μη μισθολογικού κόστους δημιουργεί προβλήματα στην αγορά.
Σ’ αυτή βέβαια την αντίληψη η κυβέρνηση προέταξε ως μεγάλο όπλο τη συμφωνία με τους εργοδοτικούς φορείς (ΣΕΒ, ΕΣΕΕ, ΓΣΕΒΕΕ και ΣΕΤΕ) οι οποίοι συναινούν στην αύξηση για περιορισμένο χρονικό διάστημα (μέχρι το τέλος του 2018).
Εκεί βέβαια οι εκπρόσωποι των δανειστών βρήκαν, σύμφωνα με πληροφορίες, την αχίλλειο πτέρνα της κυβέρνησης, την έλλειψη στοιχείων, ζητώντας στοιχεία για το τι θα γίνει από το 2019 (όταν και θα επανέλθουν στα σημερινά επίπεδα οι εισφορές) και πώς θα καλυφθεί η τρύπα που θα δημιουργηθεί.
Αν δεν υπάρξει συναίνεση των δανειστών ή αν δεν συμφωνηθεί μικρότερη ποσοστιαία αύξηση, τότε να περιμένουμε άμεση κλιμακωτή μείωση όσων επικουρικών συντάξεων είναι πάνω από τα 175 ευρώ.
■ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ: Με το βασικό λάθος να βρίσκεται στο ορισμό που έχει δώσει η ελληνική πλευρά, θεωρώντας αυτή ως περίπου προνοιακή, οι δανειστές αξιώνουν να τεθούν εισοδηματικά αλλά και περιουσιακά κριτήρια στη χορήγηση της εθνικής σύνταξης.
Από την άλλη απαιτούν να χρειάζονται 20 έτη ασφάλισης (από 15 που θέλει η κυβέρνηση). Ωστόσο δεν εμφανίζονται κάθετοι στο να μειωθεί το ποσόν των 384 ευρώ (αφού δεδομένης της εκτεταμένης μαύρης εργασίας και των κριτηρίων πολύ λίγοι θα μπορούν να λάβουν την εθνική σύνταξη και έτσι θα μειωθεί η κρατική δαπάνη).
■ ΑΝΤΑΠΟΔΟΤΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ: Η μεγάλη μάχη γίνεται στα ποσοστά αναπλήρωσης, καθότι οι δανειστές φαίνεται να συμφωνούν στον υπολογισμό με βάση το σύνολο του εργασιακού βίου.
Ετσι απαιτούν να υπάρχουν ποσοστά αναπλήρωσης κάτω από 50%, ενώ από την άλλη εμμένουν στο να μειωθεί -ή, καλύτερα, να καταβαραθρωθεί- το ποσοστό αναπλήρωσης για όσους έχουν λίγα χρόνια ασφάλισης (15-20).
■ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ: Μετά τις έστω και χλιαρές ενστάσεις των δανειστών για τις ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολούμενων αλλά και την καθολική αντίδραση όλων των εμπλεκόμενων φορέων στα ποσοστά που η κυβέρνηση θέλει να επιβάλει (20% επί του καθαρού φορολογητέου εισοδήματος στις κύριες, 6,95% στις επικουρικές, 6,95% στην περίθαλψη) πολλοί διαβλέπουν μία τάση κυβερνητικής υποχώρησης.
Προς το παρόν υπάρχει η πρόταση της έκπτωσης για ένα μεταβατικό στάδιο τριών ετών. Σύμφωνα με την πρόταση, οι εκπτώσεις κυμαίνονται από 40%-10% ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος.
Ετσι οι αυτοαπασχολούμενοι που διαθέτουν καθαρό φορολογητέο εισόδημα:
● από 10.000-20.000 ευρώ, θα λαμβάνουν έκπτωση της τάξης του 40% της επιβάρυνσης από ασφαλιστικές εισφορές.
● από 20.000-30.000 ευρώ, η έκπτωση θα ανέρχεται στο 30% της επιβάρυνσης.
● από 30.000-40.000 ευρώ, η έκπτωση θα φτάνει το 20%
● από 40.000-50.000 ευρώ, η έκπτωση θα φτάνει το 10%.
Πάντως αυτή η πρόταση έχει απορριφθεί απ’ όλους τους φορείς, ενώ η κυβέρνηση έχει πλέον να διαχειριστεί και την άρνηση των φορέων σε διάλογο που ζητούν για να προσέλθουν με συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία δεν διαθέτει η κυβέρνηση.
