Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ας ξεκινήσουμε με μια ωραία ιστορία από την οντισιόν που έκανε ο Τάσος Μπουλμέτης ψάχνοντας το αγοράκι που θα έπαιζε τον ήρωα του «Νοτιά» σε παιδική ηλικία. Ζήτησε από τα παιδάκια να του διηγηθούν μύθους. Για την Τροία, τον Οδυσσέα, τον Θησέα. Ολα τους ήξεραν.

Και ξαφνικά άλλαξε γραμμή, ζήτησε μια ιστορία στην οποία οι Ελληνες δεν νίκησαν στην Τροία, ούτε ο Θησέας σκότωσε τον Μινώταυρο. Τα παιδάκια μπλόκαραν.

Μόνο ο καταπληκτικός μικρός Φοίβος Ταραμπίκος, που ο Μπουλμέτης επέλεξε τελικά για τον ρόλο, είπε: «ο.κ., για πάμε, λοιπόν, να δούμε…». Και έπλασε με το μυαλουδάκι του ιερόσυλες εκδοχές, τους Τρώες να κατατροπώνουν τους Ελληνες, τον Μινώταυρο να καταβροχθίζει τον Θησέα.

Γιατί όχι; Το να παίζουμε με τους μύθους μπορεί να είναι απελευθερωτική, δημιουργική διαδικασία. Να μας διαμορφώνει και να μας ωριμάζει. Πόσο μάλλον αν η μοίρα μάς προετοιμάζει για καριέρα σκηνοθέτη. Οπως ακριβώς τον ήρωα του «Νοτιά», της νέας ταινίας του Τάσου Μπουλμέτη.

Φυσική κατάληξη για ένα δύσκολο αγόρι που μεγαλώνει στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, αναστατώνοντας τους πάντες με τρελές φαντασιώσεις και ιστορίες. Πάσχει, βλέπετε, από «μυθοπάθεια». Μετά από κάθε ερωτική απόρριψη επιτίθεται στους μύθους και τους αλλάζει τα φώτα.

Να ’ταν ο μόνος. Ολοι γύρω του, από τη συντηρητική οικογένειά του μέχρι μια ολόκληρη χώρα, ζουν τη δική τους παραζάλη, μύθους συλλογικούς και πολιτικούς. Από τη χούντα στη μεταπολίτευση. Από το όνειρο στη διάψευση και πάλι από την αρχή.

Εχει μυστικά ο «Νοτιάς», δεν είναι τόσο απλή περίπτωση σαν την «Πολίτικη κουζίνα», που βρήκαμε εύκολα το κουμπί της, αφεθήκαμε στη συγκίνησή της και τη λατρέψαμε. Ο Μπουλμέτης εξακολουθεί να κάνει, βέβαια, ένα σινεμά γοητευτικό και μοντέρνο. Επιστρέφει, όμως, πιο σύνθετος, προσωπικός και τολμηρός. Μας βάζει να σκεφτούμε πάνω στο χθες και το σήμερα, το δικό μας και της χώρας μας.

Γι’ αυτό και είναι κατηγορηματικός. Η ταινία του δεν είναι νοσταλγική, λέει. «Η νοσταλγία έχει κάτι το παθητικό. Κι αν τη χρησιμοποιώ, είναι γιατί μου προσφέρει έναν μηχανισμό αφήγησης, ένα εργαλείο για να περάσω κάποιες θεματικές και αξίες. Στον “Νοτιά”, το ερώτημα που είχα θέσει στον εαυτό μου ήταν ένα: “Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν αρχίσει να καταργεί τους μύθους πάνω στους οποίους έχει πατήσει για να χτιστεί;”».

Η απάντηση που δίνει μοιάζει συντηρητική, αλλά δεν είναι. «Η κοινωνία διαλύεται και προκαλείται χάος. Ο ήρωάς μου στην αρχή χρησιμοποιεί καταστροφικά τη δημιουργικότητά του με τους μύθους.

Σε μια εποχή, όμως, που είχαν αμφισβητηθεί και ανατραπεί τα πάντα, περνά μια διαδικασία εκπαίδευσης. Μαθαίνει να χρησιμοποιεί τη φαντασία και τις ιδέες του με έναν θετικό τρόπο για τον ίδιο και τους άλλους». Αυτό είναι και το «μήνυμα» του -καθόλου πάντως διδακτικού- Μπουλμέτη για το σήμερα.

Ο τρόπος που διαλέγει να δείξει τη μεταπολίτευση λέει πολλά. Και, εντάξει, είναι αυτοβιογραφικός, πέρασε κι αυτός, όπως ο ήρωάς του, από το θρυλικό πια Θεατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, ήταν, μάλιστα, από τα ιδρυτικά μέλη του κινηματογραφικού τομέα. Με τι χιούμορ, όμως, και σαρκασμό παρουσιάζει τα φοιτητικά του χρόνια. Και με ένα υπέροχο εύρημα: ψηφοφορίες για ψύλλου πήδημα, για το πού θα στήσουν, για παράδειγμα, την κάμερα. Ακόμα και για το αν ο ευρυγώνιος φακός, σε αντίθεση με τον τηλεφακό, βολεύει την άρχουσα τάξη!

«Ολα αυτά είναι μια υπερβολή, η πραγματικότητα μετουσιωμένη με κάποιο χλευασμό», λέει γελώντας ο Μπουλμέτης. «Αλλά το κλίμα ήταν ακριβώς έτσι. Υπήρχαν και στο Θεατρικό Τμήμα όλες οι εντάσεις και συγκρούσεις του φοιτητικού κινήματος, κυρίως ανάμεσα στις παρατάξεις που επρόσκειντο στην ΚΝΕ και στον Ρήγα Φεραίο. Εμένα με θεωρούσαν και οι δυο τους “επιρροή”, αλλά ήμουν κοντά στον Ρήγα και το ΚΚΕεσ., στη δική τους ομάδα στο Θεατρικό είχα προσδεθεί, χωρίς όμως ποτέ να οργανωθώ».

Ψήφιζαν όντως πού θα… στήσουν την κάμερα; «Ψηφίζαμε για πράγματα που ήταν ασήμαντα ή γελοία. Κάλλιστα, δηλαδή, θα μπορούσε να έχει μπει σε ψηφοφορία το είδος του φακού που θα χρησιμοποιούσαμε. Υπήρχε τόση ανάγκη να καταγραφούν οι συσχετισμοί δυνάμεων και το ποιος έχει την πλειοψηφία που κανένας δεν θα ’βγαινε να πει “ρε παιδιά, είμαστε καλά τώρα, ψηφίζουμε για τον φακό;”. Ολα ήταν ιδεολογικά φορτισμένα, γιατί όχι λοιπόν και ένας φακός. Αλλωστε, ένας καλός μου φίλος, έμπειρος διευθυντής φωτογραφίας, ακούγοντας στην ταινία τα επιχειρήματα των φοιτητών για τον ευρυγώνιο, που φυσικά τα έχω βγάλει εγώ από το μυαλό μου, είπε ότι τα βρίσκει πολύ… θεμιτά».

Δεν ανησυχεί για το πώς θα δεχτούν τον «Νοτιά» οι παλιοί του σύντροφοι στο Θεατρικό Τμήμα του Πανεπιστημίου; «Μόνο μια μικρή αγωνία έχω. Αλλά σκέφτομαι πως ο σαρκασμός μου είναι καλοπροαίρετος, γίνεται με αγάπη και δεν μειώνω καμιά παράταξη», απαντά ο Τάσος Μπουλμέτης.

Αλλωστε, η ταινία του καμία σχέση δεν έχει με την πολιτική ορθότητα. Οταν ο μικρός σου ήρωας πάσχει από «μυθοπάθεια», έχει το ελεύθερο να ταυτίζεται με τους Τρώες αλλά και να ερωτεύεται την Αννα-Μαρία. Ναι, την πρώην βασίλισσα. Που τη βλέπουμε σε επίκαιρα της εποχής, νέα και πανέμορφη.

«Οποιος το παρανοήσει, λυπάμαι, αλλά δεν θα έχει καταλάβει τίποτα από την ταινία μου», λέει ο σκηνοθέτης. «Ο ήρωάς μου έχει τα πρώτα ερωτικά του σκιρτήματα, τους πρώτους φανταστικούς του έρωτες, που φυσικά τροφοδοτούνται από τις γυναίκες που κυριαρχούσαν εκείνη την εποχή.

Ε, μία από αυτές ήταν και η Αννα-Μαρία, θυμάμαι όταν είχε πρωτοέρθει στην Ελλάδα, οι πιτσιρικάδες την είχαμε βρει καλλονή. Και ψυχαναλυτικά να το πάρεις, η μαρίδα γούσταρε να ποθεί και να διεκδικεί τη γυναίκα του βασιλιά».

Ιnfo: Ο «Νοτιάς» είναι στις αίθουσες από τη Feelgood Entertainment