Ηταν Κυριακή 11 Νοεμβρίου 1990, πριν από 25 χρόνια, όταν επιστρέφοντας από άδεια μαθαίνω ότι πέθανε ο Αλέξης Μινωτής. Ηταν πρωί – πρόλαβα κι έγραψα ένα κομμάτι στο σπίτι μου. Πηγαίνω στην εφημερίδα (στην αείμνηστη «Ελευθεροτυπία»), μένω ώς αργά (περιορισμένο το προσωπικό τις αργίες), αλλά επιστρέφοντας στο σπίτι μαθαίνω ότι πέθανε ο Γιάννης Ρίτσος. Δύο τόσο μεγάλες απώλειες μέσα σε μία ημέρα πώς να τις αντέξεις;
Επιστρέφω στην εφημερίδα, γίνονται όποιες αλλαγές μπορούσαν να γίνουν εκείνη την προχωρημένη ώρα (εκτενέστερο αφιέρωμα την επομένη) και τελειώνουμε στις τρεις το πρωί. Εδώ μερικές γραμμές στη μνήμη των δύο ξεχωριστών αυτών ανθρώπων της τέχνης:
Ο Μινωτής
Ο Αλέξης Μινωτής, ο τελευταίος των μεγάλων του ελληνικού θεάτρου, ο αντιπροσωπευτικότερος ίσως εκπρόσωπος μιας λαμπρής γενιάς, που αναλώθηκε, δόξασε και δίδαξε στο θέατρο, με ιδιαίτερη επίδοση στο αρχαίο δράμα, άφησε την τελευταία του πνοή στο Νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός», στα 90 του.
Το προηγούμενο βράδυ επρόκειτο να δειπνήσει με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, με τον οποίο συνδεόταν με φιλία. Ενώ όμως ετοιμαζόταν αισθάνθηκε δυσφορία κι έπεσε. Φώναξε, αλλά καθώς ζούσε μόνος (η σύζυγός του, η μεγάλη τραγωδός και συμπρωταγωνίστριά του Κατίνα Παξινού, είχε πεθάνει το 1973), οι γείτονες που τον άκουσαν δεν ήταν σε θέση ν’ ανοίξουν την πόρτα του διαμερίσματός του, γιατί ήταν κλειδωμένη από μέσα.
Τελικά ο θυρωρός της πολυκατοικίας πέρασε από το μπαλκόνι του διπλανού διαμερίσματος για να βγάλει τον θαλερό γέροντα που είχε χτυπηθεί από εγκεφαλικό. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, αλλά παρά τις προσπάθειες των γιατρών η κατάστασή του επιδεινώθηκε, για να καταλήξει επτά ώρες αργότερα.
Και όμως, ο Αλέξης Μινωτής έδινε ώς τα τελευταία του την αίσθηση του αθάνατου, καθώς συνέχιζε να είναι «παρών» στην καλλιτεχνική και κοινωνική ζωή και ν’ αναλαβαίνει κάθε φορά από τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε.
Η τελευταία του εμφάνιση στο θέατρο (στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου) ήταν τον προηγούμενο χειμώνα με τη «Θυσία του Αβραάμ», σε δική του σκηνοθεσία και με τον ίδιο στον ρόλο του Αβραάμ, ενώ για τον τρέχοντα χειμώνα ετοίμαζε (πάλι με το Εθνικό) τον «Εμπορο της Βενετίας» του Σέξπιρ, πάλι με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον ίδιο.
Ο θάνατός του συγκίνησε φίλους και θαυμαστές – από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ώς τους απλούς θαυμαστές των παραστάσεών του. Η κηδεία του, δημοσία δαπάνη, έγινε με όλες τις τιμές που του οφείλονταν.
Ο Ρίτσος
Το βράδυ της ίδιας ημέρας άφηνε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του, στα 81 του, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος αντιμετώπιζε πάντα προβλήματα υγείας – κληρονομικά, αλλά και από τη σκληρή διαβίωση με τις απαγορεύσεις, τις διώξεις και τις εξορίες (η τελευταία από την απριλιανή χούντα), που ωστόσο ξεπερνούσε με τη σιδερένια θέλησή του, ώσπου έναν χρόνο πριν «φύγει» χτυπήθηκε και από καρκίνο.
Για όσους τον ήξεραν και τον παρακολουθούσαν ώς τα τελευταία του, ήταν και τα γεγονότα στις σοσιαλιστικές χώρες, με την καταλυτική δοκιμασία της κομουνιστικής ιδεολογίας, στην οποία είχε δοθεί μια ολόκληρη ζωή, που τον είχαν καταπτοήσει.
«Εζησα πολύ», έλεγε στους φίλους που τον επισκέπτονταν, τους οποίους, με το πέρασμα των ημερών, δεχόταν όλο και λιγότερο. Αυτός ο ωραίος άντρας, που πάντα νοιαζόταν για την εμφάνισή του, ακόμα και στους τόπους εξορίας, είχε καταντήσει σκιά του εαυτού του. Ηταν εμφανές ότι ήθελε να φύγει από τη ζωή.
Αν θέλαμε να συνοψίσουμε τον βίο και το έργο του Ρίτσου, θα λέγαμε ότι χρεώθηκε τη μοίρα της γενιάς του. Μιας γενιάς ελπίδων, εξάρσεων, νικών, κατατρεγμών, ταλαιπωριών, δικαίωσης, αλλά και διαψεύσεων. Ευτύχισε –πρόλαβε, θα μπορούσα να πω– ωστόσο στα τελευταία του να χαρεί την παγκόσμια αναγνώριση του έργου και του ήθους του.
Η αγάπη και ο θαυμασμός, ακόμα και των ιδεολογικών του αντιπάλων, και ειδικότερα των απλών ανθρώπων και των νέων, που διάβασε και τραγούδησε τα ποιήματά του, ντυμένα με τις μουσικές του Μίκη Θεοδωράκη και άλλων συνθετών, υπήρξαν ασφαλώς σημαντικό αντίδωρο στις δοκιμασίες του. «Ανθρωπο του πνεύματος και μεγάλο ποιητή», τον χαρακτήρισε, μεταξύ άλλων, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.
Η γη της Μονεμβασιάς που τον γέννησε, δέχθηκε το ταλαίπωρο σώμα του. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στη Μητρόπολη Αθηνών, αφού η σορός του είχε εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Η κηδεία, κι εδώ, δημοσία δαπάνη.
Στο πλαίσιο
Πρώτη επίσημη εμφάνιση, την περασμένη Κυριακή, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, της Συμφωνικής Ορχήστρας και της Χορωδίας της ΕΡΤ, μετά τη μαυρίλα, που συμπαρέσυρε και τα Μουσικά Σύνολα. Ελκυστικό το πρόγραμμα (άρχιζε μ’ ένα συγκινητικό φιλμάκι από τη συναυλία που πραγματοποιήθηκε μετά το μαύρισμα) και θερμές οι εκδηλώσεις του κοινού. Στο Μέγαρο Μουσικής, να επαναλάβω, του οποίου το προσωπικό παραμένει επί πέντε μήνες απλήρωτο, ενώ ο προγραμματισμός του εκπνέει στο τέλος του χρόνου.
Στη μετακόμιση της Λυρικής Σκηνής στην ετοιμαζόμενη από το Ιδρυμα Νιάρχου στέγη στο Φάληρο αναφερόμουν το περασμένο Σάββατο και στο πρόβλημα μετακίνησης που θα αντιμετωπίσει το κάποιας ηλικίας, κυρίως, κοινό της. Και να ‘ταν μόνο αυτό… Είναι και τα λειτουργικά έξοδα, που ενδέχεται να είναι μεγαλύτερα από αυτά του νοικιασμένου κτιρίου στην οδό Ακαδημίας.
Πριν από μερικά χρόνια, πριν ανακοινωθεί η προσφορά του Ιδρύματος Νιάρχου, είχα συνηγορήσει από τις στήλες της «Ελευθεροτυπίας» να μετακομίσει η Λυρική Σκηνή στο Μέγαρο Μουσικής, και συγκεκριμένα στην Αίθουσα Τριάντη. Αντιδράσεις από το Μέγαρο: οι αίθουσές του υπερκαλύπτονται από τις δικές του εκδηλώσεις. Τώρα;
Ο ημέτερος Δημήτρης Κανελλόπουλος έριξε την περασμένη εβδομάδα πιο προχωρημένη ιδέα: Λυρική και Κρατική Ορχήστρα (άστεγη κι αυτή) να στεγαστούν, ως όλα κρατικά, στις αίθουσες του Μεγάρου. Παραμένει βέβαια το πρόβλημα τι θα απογίνει η υπό κατασκευή στέγη στο Φάληρο. Αλλά γι’ αυτό υπάρχουν οι ενδιαφερόμενοι και οι κρατούντες.
ΚΑΙ… «Tι χαμπάρια, Κώστα;» «Ας τα λέμε καλά, Χρήστο μου – εσύ;» «Μα δεν με λένε Χρήστο – με ξέχασες;» «Ούτε κι εμένα Κώστα». Χειροτερεύει, γενικώς, η κατάσταση.
