Το νομοσχέδιο με πτυχές του «παράλληλου προγράμματος» της κυβέρνησης δεν έμελλε να έχει μακρά πορεία. Επειτα από μια συνεδρίαση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, στην οποία συζητήθηκε «επί της αρχής», μια συνεδρίαση με ακρόαση φορέων, την αποχώρηση της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού και την παρασκηνιακή δυσαρέσκεια των δανειστών, η κυβέρνηση επέλεξε να υποχωρήσει.
Η δε Διάσκεψη των Προέδρων, ύστερα από πρόταση του Νίκου Βούτση, αποφάσισε ομόφωνα να μεταθέσει την όλη διαδικασία για μετά τις 7 Ιανουαρίου. Η όλη κατάσταση, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε νέες αντιπαραθέσεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης γύρω από την κοστολόγηση των μέτρων και για την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το Μαξίμου να επιρρίπτει ευθέως την ευθύνη στην «απέναντι πλευρά».
Ο Νίκος Βούτσης ήρθε σε συνεννόηση με την κυβέρνηση και εισηγήθηκε στη Διάσκεψη των Προέδρων ότι πρέπει να υπάρξει «τροποποίηση της διαδικασίας σε σχέση με τη συζήτηση και ψήφιση του νομοσχεδίου» αποσπώντας τη συμφωνία όλων των συμμετεχόντων.
Το δε Μαξίμου απέρριψε τα περί «απόσυρσης» του νομοσχεδίου και κύκλοι του έλεγαν ότι «αποφασίστηκε απλώς να μην προωθηθεί ως επείγον αλλά με την κανονική διαδικασία, ώστε να μην υπάρξει έδαφος για αμφισβητήσεις».
Η κυβέρνηση επέρριψε στη Ν.Δ., το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι «ανεύθυνη στάση» γύρω από την «ανυπόστατη καταγγελία ότι δήθεν το νομοσχέδιο που κατατίθεται με επείγουσα διαδικασία επιβαρύνει δημοσιονομικά και εκτροχιάζει τον προϋπολογισμό».
Συμπέρανε δε ότι με αυτό τον τρόπο «δημιουργήθηκαν εξίσου ανυπόστατες εντυπώσεις με κίνδυνο να προκληθούν εμπόδια στη διαπραγμάτευση, αλλά και στο κυβερνητικό έργο για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης».
Η κυβέρνηση με αυτό τον τρόπο κατήγγειλε ότι η στάση των τριών αντιπολιτευόμενων κομμάτων επέφερε την αντίδραση των δανειστών.
Είχε προηγηθεί νωρίτερα μια σύντομη συνεννόηση μεταξύ του Ευκλείδη Τσακαλώτου, του Ανδρέα Ξανθού και του Γιάννη Δραγασάκη, οι οποίοι είχαν ήδη πληροφορηθεί τη δυσαρέσκεια των δανειστών.
Εκτίμησαν λοιπόν ότι λίγες ώρες πριν από τη συνεδρίαση του Euroworking Group, που θα εξέταζε την εκταμίευση της υποδόσης του 1 δισ. ευρώ, το κλίμα που έχει δημιουργηθεί εντός και εκτός συνόρων μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα και «παρεξηγήσεις» περί «μονομερούς ενέργειας».
Ο δε Γιώργος Χουλιαράκης, που συμμετείχε στην τηλεδιάσκεψη με τους εταίρους, ενημερώθηκε από τους συναδέλφους του υπουργούς για την εξέλιξη και ενημέρωσε αρμοδίως τους συνομιλητές του ότι το νομοσχέδιο θα επανέλθει το νέο έτος.
Θέλουν χρόνο και κοστολόγηση
Κυβερνητικά στελέχη υποστήριζαν μάλιστα ότι η πλευρά των δανειστών αρκέστηκε στο να ζητήσει μόνο «περισσότερο χρόνο, προκειμένου να ενημερωθεί πάνω στο νομοσχέδιο». Αναφορικά με την κοστολόγηση, στελέχη του Μαξίμου επέμειναν ότι «τo ΓΛΚ χωρίζει τις διατάξεις σε κοστολογημένες, σε διατάξεις χωρίς δημοσιονομικό κόστος και σε άλλες, που δεν μπορούν να κοστολογηθούν πριν από την εφαρμογή τους».
Σημείωναν δε ότι «το κόστος του νομοσχεδίου είναι εξαιρετικά χαμηλό, περίπου 100 εκατ., με κονδύλια που έχουν διατεθεί ήδη για τον σκοπό αυτό και μεταφέρονται στο επόμενο έτος», εξ ου και «δεν παραβιάζονται οι προϋπολογισμοί των εμπλεκόμενων υπουργείων».
