Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα φώτα ανάβουν, ο «Αστακός» μόλις έχει τελειώσει, απογευματινή προβολή Σαββάτου. Ενα χέρι με χτυπάει στην πλάτη. «Σας παρακαλώ, μπορείτε να μου πείτε, γιατί φοβήθηκα και έκλεισα τα μάτια μου, αν ο Κόλιν Φάρελ έβγαλε ή δεν έβγαλε τα… του;». Spoiler δεν κάνουμε, αλλά η νέα κοπέλα που καθόταν πίσω μου δέχτηκε ανακουφισμένη, με πλατύ χαμόγελο, την απάντησή μου. «Καλά το είχα φανταστεί», λέει.

Η αίθουσα αδειάζει, εντυπωσιακά γεμάτη στα μάτια μιας τακτικής θαμώνος απογευματινών, μοναχικών συνήθως προβολών. Εξω, σε φουαγέ και δρόμο, περιμένει ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Ή ο Γιώργος Λάνθιμος έκανε επιτέλους το θαύμα του και συναντάει με την τέταρτη ταινία του το πλατύ ελληνικό κοινό ή έπεσα πάνω στους σινεφίλ όλης της Αθήνας μαζεμένους.

Μάλλον συμβαίνει το πρώτο. Παρ’ όλο που είναι σχετικά νωρίς, αν κρίνουμε από την κίνηση του «Αστακού» το πρώτο τετραήμερο προβολής του, πάει για μεγάλο αριθμό εισιτηρίων. Την είδαν συγκεκριμένα πάνω από 10 χιλιάδες θεατές από την Πέμπτη μέχρι και την Κυριακή σε 7 αθηναϊκές αίθουσες και μία της Θεσσαλονίκης.

Είναι ένα καλό άνοιγμα, αν σκεφτούμε πως η πιο διάσημη ταινία του, αυτή που τον καθιέρωσε διεθνώς και τον έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες για ξενόγλωσσο Οσκαρ, ο «Κυνόδοντας», είχε κόψει το 2009 γύρω στα 35 χιλιάδες εισιτήρια. Αριθμός καθόλου ευκαταφρόνητος, πάντως, για art house περίεργη ταινία, ενώ ξαναβγήκε εσπευσμένα στις αίθουσες και τον Φεβρουάριο του 2011 λίγο πριν από την απονομή των Οσκαρ.

Το μεγάλο ενδιαφέρον για τον «Αστακό» ήταν αναμενόμενο. Κέρδισε τον Μάιο το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες, τρίτη συνεχόμενη ταινία του Λάνθιμου που βραβεύεται σε μεγάλο φεστιβάλ (ο «Κυνόδοντας» στις Κάνες, οι «Αλπεις» στη Βενετία). Ως πρώτη αγγλόφωνη ταινία του με διεθνή παραγωγή διαθέτει γκλάμορους καστ με επικεφαλής τον πολύ δημοφιλή Κόλιν Φάρελ. Ενώ και ο ίδιος ο Λονδρέζος εδώ και τέσσερα χρόνια σκηνοθέτης απασχολεί συνέχεια με τα σχέδιά του τον διεθνή Τύπο (αν και παραμένει πάντα ιδιαίτερα κλειστός).

Προσπάθησα να μιλήσω λίγο με συν-θεατές μου, ένα ποικίλο κοινό, από πολύ νέοι μέχρι πολύ ηλικιωμένοι. Προτιμούσαν να απαντήσουν στις ερωτήσεις μου με ερωτήσεις. Υπήρχε, δηλαδή, ένας προβληματισμός για το θέμα και, κυρίως, το ανοιχτό τέλος της ταινίας. Ολοι, πάντως, είχαν πάει «γιατί ήταν η ταινία που κυριαρχούσε αυτή τη βδομάδα». Δεν έπεσα, δηλαδή, πάνω σε κάποιον που είχε ξαναδεί Λάνθιμο, αυτό είναι καλό, ίσως το κοινό του ανοίγει.

«Υπήρχε σε όλη την ταινία μια διάθεση του σκηνοθέτη να σε βάλει σε σκέψεις». «Με εντυπωσίασε που και οι δύο κόσμοι της ταινίας είναι δογματικοί και με απαγορεύσεις, και ο κόσμος των ζευγαριών και ο κόσμος των μοναχικών». «Σκέφτηκα ότι ο Λάνθιμος πρέπει να είναι πολύ απογοητευμένος από τη ζωή…». «Εσείς δεν θα μας πείτε τι καταλάβατε;

Από ποια εφημερίδα, είπατε; Α, κατά σύμπτωση αυτή αγόρασα κι εγώ για να διαβάσω κριτική». Είπα στην τελευταία ευγενική κυρία, που μπορεί και να είχε διαβάσει τη Λήδα Γαλανού, τι είχα καταλάβει, έβαλα το αδιάκριτο μαγνητόφωνο στην τσέπη και απομακρύνθηκα ψιλοτραγουδώντας το «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη» του Τάκη Μωράκη, που κλείνει την ταινία. Το άλλο, το επίσης ρομαντικό του Αττίκ, με τη Δανάη, «Τον καιρό που μ’ αγαπούσες», που ακούγεται σε μια εντελώς κόντρα σκηνή ανθρωποκυνηγητού μέσα σε δάσος, δεν το πολυήξερα.

Να θυμίσουμε ότι ο «Αστακός» έχει ήδη βγει στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ η πορεία του σε μεγάλα φεστιβάλ φέρνει συχνά τον Λάνθιμο με την αγαπημένη του Αριάν Λαμπέντ και το υπόλοιπο καταπληκτικό καστ σε κόκκινα χαλιά.

Επίσης να αφιερώσουμε την επιτυχία του -που είναι ολοδικιά του, χωρίς εθνικές παντιέρες, αν και έχει πάντα συμπαραστάτρια τη Faliro House του Χρήστου Κωνσταντακόπουλου και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου- και ίσως και την ξενιτιά του στις κυβερνήσεις που καταργούν πρώτα, και μετά υπόσχονται ότι θα επαναφέρουν, απαραίτητους πόρους για το ελληνικό σινεμά (βλέπε ειδικό φόρο επί των εισιτηρίων).

Που δεν επιβάλλουν στα κανάλια, που υποτίθεται ότι θα βάλουν σε τάξη, την καταβολή του 1,5% των καθαρών τους εσόδων στην κινηματογραφική παραγωγή. Ή που αυξάνουν τον ΦΠΑ στα κινηματογραφικά εισιτήρια. Εκτός κι αν οι ψηφοφόροι τους δεν πάνε σινεμά.