Θέαμα μαγικό και αξεπέραστο το πέταγμα του γερακιού. Να το θωρείς ν’ απλώνει τα φτερά του και να καβαλικεύει τα ρεύματα τ’ αγέρα. Ν’ αφήνεται στη δίνη του, να βυθίζεται και να λικνίζεται μέσα στ’ αόρατα ποτάμια του κι όποτε το θελήσει να σκαρφαλώνει αρχοντικά στον τρούλο τ’ ουρανού και να ξανοίγει πάλι τον κόσμο από ψηλά.
Το μάτι του σαρώνει τους αγρούς χάμω στη γης και μόλις εντοπίσει λεία, βουτά μ’ ολόκληρο το είναι του κι αρπάζει αστραπιαία την τροφή του. Κι όταν ο παιχνιδιάρης κόρακας το προκαλέσει να παραβγούνε στο πέταγμα μέσα στα νέφη ή να ψευτοπαλέψουνε, αυτό ανταποκρίνεται με ευχαρίστηση, ώσπου να βαρεθεί και να ψηλώσει πάλι στα άφταστα λημέρια του.
Μα σαν χορεύει αντικριστούς χορούς με το ζευγάρι του, καθώς του κάνει κόρτε και τσαλίμια, θαρρείς δεν είναι πια πουλί, μα αερικό βγαλμένο από το πιο ερωτικό παραμύθι.
Δεν βρίσκεται άλλο πουλί να έχει τέτοιες αρετές στο πέταγμα και στο κυνήγι. Ξέρει πολύ καλά τα δυνατά σημεία του, κι όμως η γνώση αυτή δεν το γεμίζει αλαζονεία. Δεν είναι ακατάδεχτο και υπεροπτικό.
Δεν προσπαθεί να επιβάλει τους κανόνες του στους άλλους με βάση το δικό του κριτήριο, ούτε τη δική του θέαση του κόσμου, παρά αποδέχεται τα πλάσματα της φύσης όπως είναι, με τις δικές τους αρετές και χάρες.
Δεν τα θεωρεί ανάξια κι υποδεέστερα, ράθυμα κι ανεπρόκοπα, ούτε συμπεριφέρεται σ’ αυτά με απαξίωση, ως τιμωρός ή ως αυτόκλητος σωτήρας, επειδή δεν έχουνε τις ικανότητές του. Οχι μονάχα σέβεται την ύπαρξή τους, αλλά κατέχει πως σ’ αυτήν οφείλεται και η δική του ύπαρξη.
Δεν θέλησε ποτέ να συνετίσει, τάχα, τα κοτσύφια, που αντί να κυνηγούνε ολημερίς και να εξασκούνε τα φτερά τους πετώντας στα ψηλά, αυτά προτιμούνε τα χαμόδεντρα και το γλυκό τραγούδι. Κι ούτε κακολόγησε ποτέ τον μπούφο πως είναι υπναράς και αντιπαραγωγικός κι αφήνει τα θηράματα να ξεγλιστράνε μπροστά στα νυσταγμένα μάτια του.
Και στο γαρδέλι, με το εκρηκτικό του ντύσιμο και τα συχνά του μπάνια στον νερόλακκο, δεν άφησε μομφές για σπάταλο βίο και φανφάρες. Δεν εξανάγκασε σε αυστηρά κι αμείλικτα προγράμματα τα υπόλοιπα πετούμενα για να γενούνε σαν και του λόγου του. Δεν μπήκε ποτέ στον πειρασμό της σύγκρισης και της αξιολόγησης, της υπεροχής και της υστέρησης.
Δεν διεκδίκησε περισσότερα προνόμια για τη δική του ράτσα. Το νιώθει πως ο καθένας πρέπει να ζει στο περιβάλλον του και να δημιουργεί τη δική του αρμονία και πως μονάχα τότε θα υπάρχει γενική ισορροπία· αν όλοι έχουν χώρο ν’ αναπνεύσουν τον αέρα τους κι ακηδεμόνευτα να ξεδιπλώνουνε τον πραγματικό τους εαυτό.
Αλλιώς, κανείς δεν θ’ απομείνει για να θαυμάζει το γεράκι.
