Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καθώς τελειώνουνε οι γιορτές κάθομαι και χαζεύω τους κουραμπιέδες που απομείνανε μπροστά μου στην πιατέλα. Ορος πανύψηλο και κατάλευκο ήτανε πριν από λίγες μέρες, μα τώρα μόλις και μετά βίας θυμίζουνε λοφίσκο, είδος προς εξαφάνιση! Κι αυτοί οι τελευταίοι μετρούνε αντίστροφα τις ώρες πριν να τους αφανίσω οριστικά και αμετάκλητα.

Δεν λογίζονται γιορτές δίχως τους κουραμπιέδες. Δυο-τρεις μέρες πριν από την ημέρα των Χριστουγέννων στρώνονται οι νοικοκυρές κι οι νοικοκύρηδες στη δουλειά, να τους έχουνε έτοιμους και φρέσκους στην ώρα τους.

Αλεύρι, αμύγδαλα, ζάχαρη άχνη και βανίλιες τα απολύτως απαραίτητα κι από κει και πέρα οι παραλλαγές δίνουνε και παίρνουνε, πάμπολλες και πρωτότυπες όπως και το πολιτιστικό μωσαϊκό αυτού εδώ του τόπου αλλά και οι ανησυχίες των ανθρώπων του.

Με βούτυρο ή με ελαιόλαδο, αν θέλουμε να βγούνε πιο υγιεινοί, κι ίσως μια στάλα κονιάκ, ρούμι ή τσίπουρο.

Ενίοτε με ξύσμα πορτοκαλιού ή λίγο λεμόνι, ανθόνερο, μια υποψία αλατιού και σπανιότερα σόδα και κρόκους αυγού. Διαφέρουνε και τα μεγέθη· θ’ απαντήσεις από μικροσκοπικούς στρογγυλούς κουραμπιέδες που τους κάνεις μια χαψιά, μέχρι πλακουτσωτούς που σου γεμίζουνε σχεδόν το πιατάκι του γλυκού.

Ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη συμπάθεια στους κουραμπιέδες του εμπορίου. Οχι πως έχω κάτι με τα ζαχαροπλαστεία, μάλιστα σ’ άλλες περιστάσεις είμαι πελάτης τακτικός· απλώς οι κουραμπιέδες τους δεν έχουνε την ίδια νοστιμιά και τη μαγεία του σπιτικού.

Στον σπιτικό τον κουραμπιέ κάποιος έβαλε μεράκι, αγάπη περισσή και στοργή για να φτιάξει κάτι μοναδικό κι εξαιρετικό προκειμένου να φροντίσει τους ανθρώπους του. Αφιέρωσε μ’ ευχαρίστηση τον ελεύθερο χρόνο του και δεν αντιμετώπισε την προπαρασκευή τους ψυχρά και αλγοριθμικά, σαν επαγγελματίας.

Αλλωστε τα περισσότερα ζαχαροπλαστεία σήμερα λειτουργούνε σαν πρατήρια και διαθέτουνε μαζική, βιοτεχνική παραγωγή. Πιστοποιημένη μεν, αλλά διαιτητική στα συναισθήματα, μηδέν τοις εκατό που λένε.

Αψυχες συνταγές, διαμορφωμένες κεντρικά κι εκτελεσμένες με πειθαρχία από στρατιές σεφ και υπαλλήλων χωρίς κανείς από τους διεκπεραιωτές να μπορεί να προσθέσει τη δική του πινελιά, διανέμονται με ημιφορτηγά στους χώρους διάθεσης και περιμένουνε την πελατεία.

Κι οι παραδοσιακές, μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις γλυκισμάτων, που στα αρτοποιήματά τους αναγνώριζες τουλάχιστον την προσωπικότητα και το μεράκι του δημιουργού τους, στενάζουνε απ’ τον ανταγωνισμό των μεγαθήριων του είδους.

Στοχάζομαι πως είναι κρίμα ο κουραμπιές από χριστουγεννιάτικη ιεροτελεστία να ευτελιστεί κι αυτός σε καταναλωτική συνήθεια και βιομηχανοποιημένο εμπόρευμα, που θα αποσκοπεί μονάχα στο λογιστικό κέρδος.

Αλλα είναι τα κέρδη του σπιτικού κουραμπιέ· μονοιάζει τους ανθρώπους, δημιουργεί γλυκιές αναμνήσεις, ξυπνά συναισθήματα και σπάει τη ρουτίνα και τη μονοτονία της καθημερινότητας· και στην παρασκευή του και στη βρώση του. Κι αυτά τα κέρδη είναι ανεκτίμητα και δεν χωρούνε σ’ ένα κουτάκι του ζαχαροπλαστείου.