Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η αναλογία των εργαζόμενων γυναικών που φέρουν το κύριο βάρος της συντήρησης των οικογενειών τους, συνεισφέροντας περισσότερο από το 50% ή και το σύνολο του οικογενειακού εισοδήματος, έχει αυξηθεί κατά πολύ, χωρίς ωστόσο οι κυβερνήσεις να λαμβάνουν υπόψη αυτή την πραγματικότητα στις πολιτικές που υιοθετούν.
Η έκθεση του IPPR (Ινστιτούτο Ερευνών για Δημόσιες Πολιτικές) με τίτλο «Ποιος φέρνει το οικογενειακό εισόδημα στην Ευρώπη» αποκαλύπτει ότι πλέον μία στις τρεις (31,4%) Ευρωπαίες εργαζόμενες μητέρες με εξαρτώμενα παιδιά αποτελεί το βασικό οικονομικό στήριγμα της οικογένειάς της.
Στην Ελλάδα, αποτελούν το 28% των εργαζόμενων γυναικών, ενώ στη Βρετανία το 33% και στη Γερμανία το 27%.
Οι εργαζόμενες μητέρες επικεφαλής μονογονεϊκών νοικοκυριών αποτελούν το 50% αυτής της ομάδας, με το υπόλοιπο 50% να είναι γυναίκες που ζουν με τους συντρόφους ή συζύγους τους.
Μια τάση που αυξήθηκε κατακόρυφα μετά το 2008 και τη χρηματοπιστωτική κρίση, όταν καταστράφηκαν εκατομμύρια θέσεις εργασίας κατά παράδοση «ανδρικές».
Είναι ενδεικτικό ότι σε χώρες όπως η Ισπανία, περισσότερο από τα δύο τρίτα των γυναικών που συντηρούν τις οικογένειές τους είναι παντρεμένες.
Παρότι στην πλειονότητά τους έχουν πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι αποδοχές των περισσότερων είναι εξαιρετικά χαμηλές, έτσι που πολλά από αυτά τα νοικοκυριά επιβιώνουν κάτω από τα όρια της φτώχειας ή απειλούνται με αυτήν.
Αλλά οι κυβερνήσεις αγνοούν επιδεικτικά το πρόβλημα επιδεινώνοντας τη θέση τους, όπως συμβαίνει στη Βρετανία, όπου το σχέδιο της συντηρητικής κυβέρνησης του Ντέιβιντ Κάμερον να περικόψει τις αποκαλούμενες «φορολογικές πιστώσεις» θα έχει τραγικό αντίκτυπο στα 2 εκατ. των εργαζόμενων Βρετανίδων που συντηρούν τις οικογένειές τους, καθώς η υιοθέτηση του μέτρου θα σήμαινε επιβάρυνσή τους κατά περισσότερα από 1.800 ευρώ τον χρόνο.
Ευτυχώς, μια αναπάντεχη ανταρσία στη Βουλή των Λόρδων απέτρεψε την έγκριση του μέτρου, αναγκάζοντας τη συντηρητική κυβέρνηση Κάμερον να αναζητήσει αντισταθμιστικά μέτρα ύψους 6 δισ. ευρώ.
