Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομα επιστολικά κείμενα, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Σας σκέπτομαι συχνά, Ντον Φαμπρίτσιο, πρίγκιπα της Σαλίνα. Είστε ο κουρασμένος και σοφός αρχηγός μιας απ’ τις ισχυρότερες οικογένειες της Σικελίας, την εποχή που ο Γκαριμπάλντι ενοποιεί τα κράτη της ιταλικής χερσονήσου. Γύρω σας πλέκονται οι σελίδες του Γατόπαρδου, του μόνου βιβλίου που έγραψε ο Τομάζι ντι Λαμπεντούζα (1896-1957).
Στοχαστικός, γοητευτικά υπερόπτης, αποδέχεστε ψύχραιμα τη νέα εποχή. Με ενδιαφέρατε ως ευγενής που περιφρονεί το κυνήγι του χρήματος, ως στωικά μελαγχολικός γι’ αυτό που εκπίπτει: «Ημασταν τα λιοντάρια. Αυτοί που θα μας διαδεχθούν είναι τα τσακάλια, οι ύαινες. Ολοι, ωστόσο, λιοντάρια, τσακάλια, πρόβατα, θα εξακολουθούμε να θεωρούμε τον εαυτό μας το άλας της γης».
Χρησιμοποίησα τη σχέση σας με τους σκύλους, τις μονιμότερες παρουσίες της παιδικής σας ηλικίας, σε ένα κεφάλαιο της δικής μου Αθανασίας των σκύλων.
Κυρίως τη σχέση σας με τον κυνηγετικό «Μπεντικό». Ακόμα και τη στιγμή του θανάτου σας σ’ ένα ξενοδοχείο του Παλέρμο, ανατρέξατε φευγαλέα στους σκύλους σας: τη «Φούφη» και τον «Τομ», ένα αφοσιωμένο Κανίς, τον «Σβέλτο» με τα πειθήνια μάτια, τον «Ποπ» με τις απαλές πατούσες του Πόιντερ, για το οποίο ο συγγραφέας σχολίαζε ότι «αν ζούσε, θα σας έψαχνε μάταια ανάμεσα στους θάμνους και δεν θα σας έβρισκε ποτέ πια».
Μια αυστηρή ιεραρχία αιώνων χάθηκε μαζί σας. Ακόμη και η νέα ιταλική σημαία, που πήρε τη θέση εκείνης των Βουρβόνων (με τα κρίνα του θυρεού στο χρυσό φόντο) σας ενόχλησε, σαν μεγάλο αισθητή, με τη χονδροειδή τριχρωμία της. Επέστρεψα στην έπαυλη της Ντόνα Φουγκάτα μετά τον θάνατό σας.
Ο βαλσαμωμένος, από σας ήδη, «Μπεντικό» εξακολουθούσε να υπάρχει, αλλά όπως συμβαίνει πάντα μετά τους θανάτους, η κόρη σας αποφάσισε ορισμένες εκκαθαρίσεις. «Εχει γεμίσει σκόρο», είπε μια μέρα στο προσωπικό. «Μπορείτε να τον πετάξετε». Σε λίγο τον έσερναν έξω απ’ το δωμάτιο.
«Τα γυάλινα μάτια του την κοίταξαν με το επιπληκτικό και ταπεινωμένο βλέμμα που έχουν τα πράγματα όταν τα αρνούνται. Τον έριξαν απ’ το παράθυρο στην αυλή, απ’ όπου κάθε μέρα περνούσε ο σκουπιδιάρης. Στην πτώση του, εμφανίστηκε για τελευταία φορά η φιγούρα του. Με ανασηκωμένο το μπροστινό δεξί του πόδι, φάνηκε να χορεύει στον αέρα. Μετά, όλα βρήκαν πάλι τη γαλήνη τους, ακίνητα μέσα σ’ ένα σιωπηλό στρώμα γκρίζας σκόνης».
Τελευταίο βιβλίο του Κ. Μαυρουδή είναι το πολυβραβευμένο «Η αθανασία των σκύλων» (Πόλις, 2014).
