Σάββας Γ. Ρομπόλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία απαιτείται να αντιμετωπίσει την ελλειμματικότητά της με την άμεση απομάκρυνση από τη σύζευξή της με τις αγορές που επιζητούν την «αγορά» χρόνου και τη λιτότητα και να προσανατολιστεί σε νέες στρατηγικές ευρωπαϊκής εισοδηματικής, παραγωγικής-τεχνολογικής αναδιάρθρωσης, μεταναστευτικής πολιτικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης

Το νεοφιλελεύθερο μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής (τρόπος ανάπτυξης) «των οικονομικών της προσφοράς» είναι αυτό από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 που ενθάρρυνε την επώαση της κρίσης στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με την αποσύνδεση της δαπάνης της οικονομίας (επενδυτική – καταναλωτική) από το εισόδημα, ενισχύοντας την κατανάλωση (αφού το εισόδημα και η αύξησή του ήταν μικρότερη από το άθροισμα πληθωρισμού και παραγωγικότητας), με υπέρμετρο και υψηλού κινδύνου δανεισμό στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Κι αυτό για να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα η οικονομική μεγέθυνση και η αύξηση του ΑΕΠ, εγκαθιδρύοντας στην οικονομία «συνθήκες φούσκας» και πραγματικής μείωσης των μισθών (μείωση αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και συνταξιούχων στην Ελλάδα στα επίπεδα προ του 2000 και αποδόμηση του κοινωνικού κράτους).

Παράλληλα, σε μικροοικονομικό επίπεδο, η δημιουργία παραγωγικών συνθηκών αποκατάστασης της τάξης του κέρδους κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης των δεκαετιών του 1970 και του 1980 οδήγησε τις επιχειρήσεις στη μαζική εισροή νέας τεχνολογίας, στην αλλαγή της οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας, στην ευελιξία, στην επισφάλεια, στον κατακερματισμό και στην εξατομίκευση της εργασίας.

Η στρατηγική αυτή επιλογή των επιχειρήσεων και του κεφαλαίου αποδυνάμωσε τις συλλογικές εργασιακές συμπεριφορές και λειτουργίες με τη διαμόρφωση του προτύπου «των απελευθερωμένων αγορών και των αποκλεισμένων κοινωνιών» και αντικατέστησε το πρότυπο της κρατικής παρέμβασης, της ρύθμισης της καπιταλιστικής οικονομίας και της διεύρυνσης του κράτους πρόνοιας, θεωρώντας επιστημονικά εσφαλμένα ότι οι κοινωνικές δαπάνες είναι καταναλωτικές και ότι το σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι σύστημα παραγωγός δαπανών.

Αντίθετα και επιστημονικά ορθά, οι κοινωνικές δαπάνες είναι αναπαραγωγικές και το σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι σύστημα αναπαραγωγικών δαπανών.

Ετσι, μετά την περίοδο 1936-1985 συντελείται η διαφοροποίηση του κεϊνσιανού προτύπου και η κυριαρχία της αντίληψης ότι οι κοινωνικές δαπάνες είναι καταναλωτικές και η ασκούμενη οικονομική και κοινωνική πολιτική προσανατολίζεται προς την κατεύθυνση της απορρύθμισης, της ευελιξίας της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, καθώς και της ανάληψης ατομικής ευθύνης στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών.

Παράλληλα, η περίοδος 1985-2008, που χαρακτηρίζεται από το πρότυπο της χρηματοπιστωτικής απελευθέρωσης και κερδοσκοπίας, ανατρέπεται με ταχείς ρυθμούς μετά το 2008, με την εγκαθίδρυση του προτύπου του ορθονεοφιλελευθερισμού στο πλαίσιο του βραχυχρόνιου σχεδίου (δανειστών και κυβερνήσεων) κινεζοποίησης της ανατολικής και της μεσογειακής περιφέρειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης,

καθώς και του μεσομακροπρόθεσμου σχεδίου μετασχηματισμού του προτύπου της άνισης ανάπτυξης Κέντρου-Περιφέρειας, στο πρότυπο των ασύμμετρων όρων, προϋποθέσεων και σχέσεων Κέντρου – Από-κεντρου, με την ενσωμάτωση σημαντικής σημασίας για το Κέντρο παραγωγικών δραστηριοτήτων της μεσογειακής οικονομίας (ενέργεια, μεταφορές, τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, τουρισμός, δίκτυα, εμπόριο, κ.λπ.) στις συνθήκες συσσώρευσης και αναπαραγωγής του Κέντρου, διαμέσου των διακρατικών-διαπεριφερειακών ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων δραστηριοτήτων (clusters).

H στρατηγική αυτή ανατρέπει τη σχέση Κέντρου – Περιφέρειας και τα αντίστοιχα μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης και εγκαθιδρύει πλέον μεθοδολογικά εργαλεία ολιστικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης διεθνών (π.χ. ΤΤP κ.λπ.) ή ευρωπαϊκών διαστάσεων (π.χ. ΤΤΙP κ.λπ.).

Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν αυτή η ευρωπαϊκή στρατηγική αποτελεί την άμεση και αποτελεσματική απάντηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην ελληνική και γενικότερα στη μεσογειακή κρίση ή απαιτείται η ευρωπαϊκή επιλογή να είναι στρατηγική, πολιτική, δημοκρατική και ουσιαστικά ευρωπαϊκή.

Από την άποψη αυτή, η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία απαιτείται να αντιμετωπίσει την ελλειμματικότητά της με την άμεση απομάκρυνση από τη σύζευξή της με τις αγορές που επιζητούν την «αγορά» χρόνου και τη λιτότητα και να προσανατολιστεί σε νέες στρατηγικές ευρωπαϊκής, εισοδηματικής, παραγωγικής-τεχνολογικής αναδιάρθρωσης, μεταναστευτικής πολιτικής και κοινωνικής ολοκλήρωσης.

Πράγματι, η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία και οι ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις διαχείρισης του χρέους, αντί να επιβληθούν πολιτικά στις αγορές και στους κερδοσκόπους, εγκαθιδρύοντας στη διεθνή οικονομία συνθήκες διεθνοποίησης αντί των σημερινών συνθηκών της παγκοσμιοποίησης, απορροφώνται σταδιακά από αυτές με τη σταδιακή μεταμόρφωσή τους από φορείς άσκησης δημόσιων πολιτικών και λαϊκής αντιπροσώπευσης σε φορείς διαμεσολάβησης των συμφερόντων των αγορών απέναντι στους λαούς της Ευρώπης.

Οι αγορές και οι κερδοσκόποι θεωρούν την άσκηση πολιτικής ως αναποτελεσματική και παρασιτική παρέμβαση στη λειτουργία της οικονομίας και με την έννοια αυτή την καθυποτάσσουν στον ρόλο της διαμεσολάβησης και του περιορισμού της κυριαρχίας της.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η έννοια γένους της πολιτικής που δημιουργεί τους όρους και τις προϋποθέσεις παραγωγής και κατανομής των πόρων στην οικονομία μετεξελίσσεται σε έννοια είδους διαχείρισης της κρίσης και των μέτρων λιτότητας που διαμορφώνουν και επιτάσσουν οι αγορές και τα χρηματοπιστωτικά κεφάλαια. Επομένως, το ερώτημα που γεννιέται είναι ποιος παράγει πολιτική, οι αγορές ή το πολιτικό σύστημα και οι πολιτικές δυνάμεις κάθε χώρας ή της Ευρωπαϊκής Ενωσης;

Με την έννοια αυτή το ρήγμα που έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα και γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ανάμεσα στις στρατηγικές επιλογές, την πολιτική και τη λαϊκή αντιπροσώπευση, επιβάλλει στη νέα εποχή την επινόηση συνθηκών κυριαρχίας της πολιτικής και της λαϊκής αντιπροσώπευσης στις αγορές.

Από την άποψη αυτή, η εναλλακτική στρατηγική απαιτείται να αναδείξει την πολιτική κυριαρχία της δημοκρατικής λαϊκής αντιπροσώπευσης σε βάρος του πολιτικού μοντέλου της διαμεσολαβητικής σχέσης αγορών-πολιτών και δημοκρατίας-αγορών σε όφελος της σχέσης δημοκρατίας-οικονομίας.

* ομότιμος καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου