Ενας πανύψηλος, αυταρχικός Ανατολικογερμανός μαέστρος, που θεωρούνταν αυθεντία στο κεντροευρωπαϊκό ρεπερτόριο (Μπετόβεν, Μπραμς, Μέντελσον, Μάλερ και Μπρούκνερ), στο να ηρεμεί ατίθασες ορχήστρες, αλλά και τη Στάζι, και είχε κατακτήσει διεθνή φήμη διευθύνοντας επί σοσιαλισμού την περίφημη ορχήστρα Γκεβαντχάους της Λειψίας, ανέλαβε ξαφνικά το 1991 τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. Εμεινε στο τιμόνι της μέχρι το 2002 και της άλλαξε πορεία.
Δεν είναι τυχαίο που η σαββατιάτικη είδηση για τον θάνατο του σπουδαίου Κουρτ Μαζούρ, σε ηλικία 88 χρόνων, στο Γκρίνουιτς του Κονέκτικατ, προκάλεσε τη μεγαλύτερη αίσθηση στις ΗΠΑ, αν και στην πολύχρονη καριέρα του είχε κυκλοφορήσει σε όλο τον κόσμο και είχε συνδεθεί και με άλλες μεγάλες ορχήστρες. Με δύο από αυτές, τη Φιλαρμονική του Λονδίνου (2005) και την Εθνική Ορχήστρα της Γαλλίας (2003) τον είχε θαυμάσει και το ελληνικό κοινό στο Ηρώδειο και το Μέγαρο.
Ο Κουρτ Μαζούρ είχε μια πλούσια σε εντάσεις και εμπειρίες, μουσικές και πολιτικές, ζωή, που τον έφερε στην κορυφή της μουσικής. Γεννημένος το 1927 στην πόλη Brieg της Γερμανίας (σήμερα ανήκει στην Πολωνία) προοριζόταν για ηλεκτρολόγος, αλλά τον κέρδισαν τα παράλληλα μουσικά μαθήματα (πιάνο, όργανο, τσέλο και κρουστά) που έπαιρνε από μικρός.
Εγινε δεκτός στην Εθνική Μουσική Σχολή του Μπρεσλάου, αλλά ένας τραυματισμός στον τένοντα του δεξιού χεριού τού έκοψε στα 16 του τον δρόμο του σολίστα. Μετά τον πόλεμο, που υπηρέτησε στη Βέρμαχτ, σπούδασε διεύθυνση ορχήστρας και σύνθεση στο Ωδείο της Λειψίας.
Πέρασε μια δεκαετία διευθύνοντας ορχήστρες στη νεοσύστατη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας για να βρεθεί στη συνέχεια στην κεφαλή μεγάλων οργανισμών, της Kωμικής Οπερας του Βερολίνου και της Φιλαρμονικής της Δρέσδης.
Και τότε, το 1970, μπήκε στη ζωή του μία από τις πιο σημαντικές ορχήστρες της Ευρώπης, η Γκεβαντχάους της Λειψίας. Εμεινε 26 ολόκληρα χρόνια ως επικεφαλής μαέστρος της. Και έγινε μια κεντρική, αξιοσέβαστη προσωπικότητα σε ολόκληρη την Αν. Γερμανία, με το κοινό να τον λατρεύει και την εξουσία να του δίνει προνόμια.
Αν και δεν έγινε ποτέ μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ζούσε μια άνετη ζωή, οδηγούσε Μερσεντές, είχε το ελεύθερο να ταξιδεύει στο εξωτερικό, όχι μόνο με την Γκεβαντχάους, που έδωσε πολλές συναυλίες στις ΗΠΑ, αλλά και για να διευθύνει ξένες ορχήστρες, τις Φιλαρμονικές της Νέας Υόρκης και του Ισραήλ, τη Συμφωνική του Λονδίνου και του Ντάλας.
Πίσω στην πατρίδα του έπειθε τον Χόνεκερ να χτίσει νέα αίθουσα συναυλιών στη Λειψία (1981) και την ίδια στιγμή αναδεικνυόταν σε μια φωνή λογικής, ηρεμίας και διπλωματικότητας στην κρίση του καθεστώτος που ερχόταν. Δεν ξεχνάμε ότι η εξέγερση των Ανατολικογερμανών από τη Λειψία ξεκίνησε, τον Οκτώβριο του 1989. Λίγους μήνες πριν, ο Μαζούρ είχε ξεδιπλώσει το πολιτικό του ταλέντο.
Κατάφερε να συγκεντρώσει στο Γκεβαντχάους πλανόδιους μουσικούς, που το καθεστώς τούς κυνηγούσε και είχαν ξεσηκωθεί, στελέχη της Στάζι και του Κομμουνιστικού Κόμματος και να τους βάλει όλους μαζί να συζητήσουν. Κέρδισε τη χαλάρωση των αστυνομικών μέτρων.
Κι όταν, λίγο πριν από την πτώση του Τείχους, άρχισαν οι διαδηλώσεις στη Λειψία, στην πλατεία Καρλ Μαρξ, όπου βρίσκεται η Γκεβαντχάους, και ο στρατός στήθηκε απέναντι στους διαδηλωτές, ο Μαζούρ και πάλι έκανε την ορχήστρα του έδρα πολιτικών συζητήσεων. Ηχογράφησε κι ένα μήνυμα, που μεταδόθηκε από το ραδιόφωνο αλλά και από μεγάφωνα, με το οποίο καλούσε τους συμπατριώτες του, λαό και εξουσία, να αποφύγουν τη βία.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το όνομά του άρχισε να συζητιέται για πρόεδρος της Ανατολικής Γερμανίας, πριν, φυσικά, από την ενοποίηση. Τότε όμως του ήρθε η πρόταση από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. «Κουρτ, μην έχεις ψευδαισθήσεις για το ποια δουλειά από τις δύο θα είναι η δυσκολότερη», λέγεται ότι του είπε τότε ο μαέστρος Σάιμον Ρατλ, όπως θύμισαν οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» στη νεκρολογία τους για τον Μαζούρ.
Μια άλλη ιστορία, που διηγήθηκε ο ίδιος σε βρετανική εφημερίδα το 1999, δίνει σαφέστερα την πρόκληση που είχε μπροστά του. Οταν ρώτησε ένα από τα μέλη της διοίκησης της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης «γιατί εμένα;», αυτό του απάντησε: «Γιατί δεν φοβάσαι τις ορχήστρες».
Είναι αλήθεια ότι η νεοϋορκέζικη ορχήστρα μετά τα μαγικά χρόνια της στα χέρια του Λέοναρντ Μπερνστάιν (1958-1969) δεν είχε καταφέρει να διατηρήσει το υψηλό της επίπεδο. Ο Μαζούρ διαδέχτηκε δύο διασημότητες, τον Πιερ Μπουλέζ και τον Ζούμπιν Μέτα, και πήρε τη δουλειά από τα χέρια άλλων που το έστριβαν, όπως ο Κλάουντιο Αμπάντο, που προτίμησε να πάει στη Φιλαρμονική του Βερολίνου.
Οι μουσικοί, που περίμεναν τον Κουρτ Μαζούρ, ο καθένας τους από ένας ολοκληρωμένος σολίστ, είχαν όλοι μαζί τη φήμη ενός απείθαρχου συνόλου. Χρειαζόταν ένας δικτάτορας, αν και ο ίδιος πάντα έλεγε «όποιος με φοβάται, δεν με γνωρίζει».
Σημασία έχει ότι γρήγορα ο ήχος της ορχήστρας άλλαξε, οι επιδόσεις της ανέβηκαν κατακόρυφα, κάνοντας να σιωπήσουν και όσοι δεν θεωρούσαν ότι ο Ανατολικογερμανός είχε κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα. Ο Μαζούρ έφερε τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης κοντά στο πλατύ κοινό, με διάφορες «λαϊκές» εκδηλώσεις που ήξερε καλά από το σοσιαλιστικό του παρελθόν, έκανε ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις, παρήγγειλε νέα, σύγχρονα έργα.
Και, όπως ακριβώς, στην εξεγερμένη Λειψία του 1989 ύψωσε το ανάστημά του και στάθηκε δίπλα στον λαό, έτσι και στην τραυματισμένη Νέα Υόρκη του 2001 αναδείχτηκε παρηγοριά και έμπνευση.
Λίγες μέρες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα, στις 20 Σεπτεμβρίου ο Κουρτ Μαζούρ διηύθυνε τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης σε μια συναυλία τιμής στα θύματα, που μεταδόθηκε απευθείας σε εθνικό τηλεοπτικό δίκτυο. Η πρωτοβουλία αυτή χαρακτηρίστηκε «η καλύτερη στιγμή του, το μεγαλύτερο δώρο του στην πόλη».
