Στόχος των ισλαμιστών μαχητών ήταν, όπως φαίνεται, οι οχυρωμένες εγκαταστάσεις της ΝΑΤΟϊκής αεροπορικής βάσης, που στεγάζεται στον χώρο του αεροδρομίου, αλλά σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις δεν τα κατάφεραν να «διεισδύσουν» σε αυτό το τμήμα, αφού δεν αναφέρθηκαν απώλειες μεταξύ των χιλιάδων ξένων στρατιωτικών και των εκατοντάδων «υπεργολάβων»/μισθοφόρων που στρατωνίζονται εκεί.
Αντίθετα, η επίθεση στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 38 άμαχους πολίτες, δέκα Αφγανούς στρατιώτες και δύο αστυνομικούς, αλλά και στα 11 μέλη των «κομάντος αυτοκτονίας» των ισλαμιστών.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, οι αντάρτες είχαν ταμπουρωθεί σε ένα τμήμα του συγκροτήματος που χρησιμοποιείται ως κατάλυμα και οι επιχειρήσεις των δυνάμεων ασφαλείας διεξήχθησαν με προσοχή ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι απώλειες αμάχων.
Η επίθεση συνέπεσε με την περιφερειακή σύνοδο ειρήνης στο Πακιστάν, κατά την οποία ο πρόεδρος του Αφγανιστάν Ασραφ Γάνι ζήτησε από το Ισλαμαμπάντ να μεσολαβήσει για τη σύντομη επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με τους Ταλιμπάν, που διακόπηκαν άδοξα το καλοκαίρι.
Nα σημειωθεί εδώ ότι πραγματικός «οικοδεσπότης» της συνόδου ήταν οι ΗΠΑ, που προσπαθούν να αναθερμάνουν τις «παγωμένες» σχέσεις μεταξύ του Πακιστάν, του Αφγανιστάν και της Ινδίας: το Αφγανιστάν κατηγορεί (δικαίως) το Πακιστάν ότι εξακολουθεί να υποθάλπει τους Ταλιμπάν, μια οργάνωση-δημιούργημα των μυστικών υπηρεσιών του στη δεκαετία του 1990, παρέχοντάς τους καταφύγιο στις βόρειες επαρχίες του και επιτρέποντας τη στρατολόγηση νέων μαχητών στα «μαντράσας», τα θρησκευτικά σχολεία που λειτουργούν σε όλες τις μεγαλουπόλεις του.
Η εισβολή στο αεροδρόμιο της Κανταχάρ είναι η σοβαρότερη μετά την έφοδο εκατοντάδων πολεμιστών Ταλιμπάν στη βόρεια πόλη Κουντούζ, την οποία και κατέλαβαν για τρεις ολόκληρες μέρες στα τέλη Σεπτεμβρίου, προχωρώντας σε πολλές εκτελέσεις ένστολων αλλά και άμαχων πολιτών που συνεργάζονται με την κυβέρνηση Γκάνι και επιβεβαιώνοντας για πολλοστή φορά τη μαχητική ανικανότητα του αφγανικού στρατού: κατά την αντεπίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων για την ανακατάληψη της Κουντούζ, που κράτησε δύο εβδομάδες, αμερικανικά αεροσκάφη έπληξαν μεταξύ άλλων ένα νοσοκομείο των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα», σκοτώνοντας 12 γιατρούς και νοσηλευτές και δέκα ασθενείς, σε μια επίθεση που δικαίως χαρακτηρίστηκε έγκλημα πολέμου.
