Η συναρπαστική ταινία του Ζακ Οντιάρ «Ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα», Χρυσός Φοίνικας στις φετινές Κάνες, σε ένα τραγικό τάιμινγκ προσφέρει ερμηνευτικά κλειδιά στον τρόμο των ημερών
Dheepan: Ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα (Dheepan, Γαλλία, 2015)
σκηνοθεσία: Ζακ Οντιάρ
ηθοποιοί: Τζεζουτασάν Αντονιτασάν, Καλιασουάρι Σρινιβασάν, Κλοντίν Βινασιτάμπι, Βενσάν Ροτιέ
Η νέα ταινία του Ζακ Οντιάρ («Ο προφήτης», «Σώμα με σώμα»), ο φετινός Χρυσός Φοίνικας των Κανών, δεν είναι μια ταινία «επίκαιρη», απλώς γιατί όσα πραγματεύεται δεν είναι νέα: η οδύσσεια ενός πρόσφυγα (ή τριών) στην αναζήτηση πατρίδας, οικογένειας, σκοπού στη ζωή του, η απάντηση με βία στη βία, ο ρατσισμός, η μοναξιά στο σημερινό παγκόσμιο τοπίο. Από τη μια πλευρά όμως ο σπουδαίος Γάλλος σκηνοθέτης δίνει στην ταινία του μια μοναδική συναισθηματική ευστοχία κι από την άλλη, σε μια τραγικότητα timing, το φιλμ προσφέρει κάθαρση επώδυνη αλλά και ερμηνευτικά κλειδιά στον τρόμο αυτών εδώ των ημερών.
Τρεις άνθρωποι από τη Σρι Λάνκα, ο Ντίπαν, ώς τώρα στρατιώτης των Τίγρεων του Ταμίλ χωρίς πόλεμο να πολεμήσει, μια 26χρονη γυναίκα κι ένα 9χρονο κορίτσι, άγνωστοι μεταξύ τους, παριστάνουν την οικογένεια προκειμένου να βρουν θέση σε μια βάρκα που θα τους οδηγήσει από τη διαλυμένη πατρίδα τους σε μια πιθανή επιβίωση στα παρισινά προάστια. Εκεί θα προσπαθήσουν να ενσωματωθούν, να χτίσουν αληθινά τις σχέσεις που υποδύονται ότι έχουν και να κάνουν, απρόθυμα, μια νέα αρχή.
Ο Ζακ Οντιάρ έχει τη σπάνια ικανότητα να ενώνει σ’ ένα πλάνο τον πιο σκληρό ρεαλισμό και την πιο μαγική, διακριτική, λυρικότητα κι αυτό του το πλεονέκτημα βρίσκει στο «Dheepan» συγκλονιστική έκφραση. Η ταινία του είναι βραθυφλεγής, όχι γιατί είναι αργή, αλλά γιατί χτίζει βήμα βήμα την ένταση προς μια μεγάλη έκρηξη που νιώθεις από το πρώτο πλάνο ότι θα έρθει. Η ματιά του στους ήρωές του είναι αφαιρετική, το μελόδραμα μοιάζει περιττό, οι στιγμές της ζωής τους που αποτυπώνονται είναι σοφά επιλεγμένες και λίγα, σποραδικά slow motion εντείνουν το συναίσθημα.
Ο Οντιάρ περιμένει με υπομονή (κι εμείς μαζί του) τα βήματα των ηρώων του, σ’ ένα φιλμ όπου η γλώσσα παύει να παίζει ρόλο και υποκαθίσταται από την έκφραση του προσώπου και τη συγκυρία. Δεν βιάζεται να δείξει, ούτε να πει – όλα είναι σαφή σ’ ένα συνδυασμό κινηματογραφικής δράσης και συναισθηματικής συμβολής από τον θεατή: ό,τι δίνει ο Οντιάρ απαντάται σταγόνα σταγόνα από τους ήρωες αλλά κι από το κοινό που, χωρίς ευκολίες, διοχετεύει στην οθόνη τα δικά του βιώματα, συμπληρώνοντας την ησυχία με σκέψη σε μια συνάντηση μοναδικά πνευματική, που όμως στιγμή δεν ξεχνά την κινηματογραφική ποίηση.
Οσο το «Dheepan» είναι απλό, άλλο τόσο είναι και συναρπαστικό. Επειδή μέσα σ’ αυτή τη λιτότητα αφήνει ν’ αναπνεύσει η νέα κοινωνική δομή που αποτελείται από χαμένους ανθρώπους, από χαμένες πατρίδες. Το τοπίο αλλάζει, στην οικογένεια, στους ατομικούς και συλλογικούς στόχους, στο τι σημαίνει αστική ισορροπία ή απλώς ανθρωπιά. Και ο Οντιάρ το περιγράφει αυτό χωρίς ίχνος υπερβολής, αλλά με τρόπο σπαρακτικό παρ’ όλα αυτά, ακριβώς επειδή η απλότητα έχει τόσο μεγαλύτερη πειθώ.
Τέλος διαδρομής, (The End of the Tour, ΗΠΑ, 2015)
σκηνοθεσία: Τζέιμς Πόνσολντ
ηθοποιοί: Τζέισον Σίγκελ, Τζέσι Αϊζενμπεργκ
Ενας δημοσιογράφος -ο Ντέιβιντ Λίπσκι του Rolling Stone- κι ένας συγγραφέας -ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας του «Infinite Jest» που παρεμπιπτόντως ποτέ δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά παρότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας- μιλούν σε μια συνέντευξη που κράτησε 5 μέρες. Στήνουν μια σύντομη πνευματική σχέση που χαρακτήρισε και τους δυο μια δεκαετία προτού ο συγγραφέας αυτοκτονήσει, το 2008. Γεμάτη οξυδερκείς διαλόγους, κυνικό χιούμορ και ποπ αναφορές η ταινία αναβιώνει αυτή τη συνάντηση, με μια θαυμάσια ερμηνεία από τον Τζέισον Σίγκελ. Ωστόσο ο Πόνσολντ τόσο πολύ προσπαθεί η ταινία του να είναι μετρημένη και cool όσο οι ήρωες που περιγράφει, που καταλήγει μ’ ένα φιλμ πιο ελαφρύ και ανώδυνο απ’ όσο αξίζει η ιστορία του.
Σύμπτωμα, (Ελλάδα, 2015)
σκηνοθεσία: Αγγελος Φραντζής
ηθοποιοί: Κάτια Γκουλιώνη, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Μισέλ Βάλεϊ, Ελένη Βεργέτη
Στο χέρσο τοπίο ενός χειμωνιάτικου ελληνικού νησιού (γυρισμένο στην Αμοργό και την Τήνο), μοναχικού και αφιλόξενου, κάνει την εμφάνισή του μια παράξενη ύπαρξη, ένα απειλητικό πλάσμα με δερμάτινο μπουφάν και πρόσωπο κερασφόρου ζώου. Μόνο μια αυστηρή, πεισμωμένη κοπέλα, αλλιώτικη κι αυτή, μπορεί να το προσεγγίσει και να προσπαθήσει να το εξουδετερώσει.
Στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του (μετά τα «Polaroid», «Το όνειρο του σκύλου» και το «Μέσα στο δάσος») ο Αγγελος Φραντζής συνεχίζει την κινηματογραφική του διαδρομή διατρέχοντας τα είδη, φτιάχνοντας εδώ ένα θρίλερ του φανταστικού και μαζί μια περιπέτεια στο εσωτερικό της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, όπου το ένστικτο μάχεται τη λογική. Η Κάτια Γκουλιώνη στον κεντρικό ρόλο είναι μια μορφή δωρική και σκληρή, που συναγωνίζεται σε δύναμη το πετρώδες τοπίο, θαυμάσια φωτογραφημένο από τον Ηλία Αδάμη. Το σενάριο φρενάρει στο πιο «ρεαλιστικό» κομμάτι του, ένα επεξηγηματικό της πλοκής δείπνο σε flash back, ενώ απογειώνεται όσο περισσότερο κινείται προς τον ελλειπτικό συμβολισμό. Κι αν το φιλμ προσφέρεται για δυνατούς κινηματογραφικούς λύτες, άλλο τόσο λειτουργεί ως ένα ψυχαγωγικό εγκεφαλικό παιχνίδι πολλαπλών λύσεων.
Το παραμύθι των παραμυθιών (Il Racconto dei Racconti, Ιταλία, 2015)
σκηνοθεσία: Ματέο Γκαρόνε
ηθοποιοί: Σάλμα Χάγεκ, Βενσάν Κασέλ, Τόμπι Τζόουνς, Σίρλεϊ Χέντελσον, Τζον Σι Ράιλι
Μετά το συναρπαστικό «Γόμορρα» και το απογοητευτικό «Reality», ο Ρωμαίος σκηνοθέτης συνεχίζει την πτωτική πορεία του με μια μεγαλεπήβολη αλλά ρηχή υπερπαραγωγή. «Το παραμύθι των παραμυθιών» είναι μια παράθεση των ιστοριών που έγραψε ο Τζιανμπατίστα Μπαζίλε τον 17ο αιώνα και που μοιάζουν όντως μαγικά: τρυφεροί δράκοι του βυθού, μοχθηρές βασίλισσες, θυσίες στη νεότητα, παζάρια με τον θάνατο, παραμύθια γεμάτα πόθο, ενοχή και μοιραία φιλοδοξία. Αυτά ο Γκαρόνε τα μεταφράζει κινηματογραφικά με μια ταινία που υποφέρει από το πολυσυλλεκτικό καστ της, ξεστρατίζει σε μια φλύαρη αυταρέσκεια και δεν καταφέρνει να ξεσκονίσει τον μισανθρωπισμό της εποχής τους. Ετσι μια πανάκριβη παραγωγή παραμένει εικαστικά μονοδιάστατη και νοηματικά ανεκμετάλλευτη με, ειρωνικά, εντυπωσιακότερο στοιχείο όχι τη μαεστρία του σκηνοθέτη της, αλλά τα πραγματικά παλάτια της εποχής όπου γυρίστηκε η ταινία, στολισμένα με αυθεντικά έπιπλα και έργα τέχνης, περικυκλωμένα από οργιαστική φύση, πιο παραμυθένια κι απ’ τα παραμύθια των παραμυθιών.
The Republic (Ελλάδα, 2015)
σκηνοθεσία: Δημήτρης Τζέτζας
ηθοποιοί: Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Γιάννης Στάνκογλου, Τάκης Σπυριδάκης, Ερρίκος Λίτσης, Αλεξάνδρα Χασάνη, Βίκυ Παπαδοπούλου, Ζωή Λάσκαρη
Πολιτικοί, σωματέμποροι, δημοσιογράφοι, αστυνομικοί, όλοι εξίσου βρόμικοι εγκληματίες στη σημερινή Αθήνα, που σπαράσσεται από τη βία και τη διαφθορά. Στην καρδιά της ο Αχιλλέας αναζητά εκδίκηση, ανταλλάσσοντας στα χέρια του τη φωτογραφική μηχανή με το όπλο. Ντεμπούτο του Δημήτρη Τζέτζα, μια ταινία γκανγκστερικής δράσης που δείχνει ότι ο σκηνοθέτης της αγαπάει το σινεμά: μπλε σκοτεινοί φωτισμοί, κάμερα στο χέρι ή αρχιτεκτονικά δομημένα κάδρα, βία και αίμα, slow motion, προσεκτική δουλειά στα σκηνικά κι ένα καστ ονειρεμένα επιλεγμένο. Είναι το βαρύγδουπο σενάριο και οι υπερβολικές ερμηνείες που κάνουν την ταινία να ισορροπεί περισσότερο προς την παρωδία παρά προς το δράμα.
Τοσοδούλικα: Η κοιλάδα των χαμένων μυρμηγκιών (Minuscule – La vallée des fourmis perdues, Γαλλία, 2013)
σκηνοθεσία: Ελέν Ζιρό, Τόμας Ζάμπο
Ενα ερωτευμένο ζευγαράκι κάνει πικ νικ στο δάσος. Κι όσο συνεχίζει αμέριμνο τη ζωή του, τ’ απομεινάρια από τα καλούδια που άφησε πίσω θα προκαλέσουν πόλεμο ανάμεσα στα μαύρα και τα κόκκινα μυρμήγκια της περιοχής, με μια γενναία πασχαλίτσα να γίνεται ο απρόσμενος ήρωας της ιστορίας. Γαλλικό animation βασισμένο στην ομότιτλη τηλεοπτική σειρά, εξαιρετικά χαριτωμένο και φρέσκο, χωρίς διάλογο, μ’ ένα σενάριο αρκετά παιδικό στην εξέλιξή του αλλά και ευπρόσδεκτα ξέφρενο σε σχέση με τις αντίστοιχες αμερικανικές περιπέτειες κινουμένων σχεδίων. Ακόμα πιο ελκυστικό επειδή τα ακαταμάχητα (ψηφιακά σχεδιασμένα) μυρμηγκάκια κι άλλα μικροσκοπικά πλάσματα επιδίδονται στις τρέλες και τις περιπέτειές τους μέσα στο φυσικό και πανέμορφο τοπίο της Νότιας Γαλλίας.
