Την παραδοχή ότι έλαβε χρήματα από τη Siemens, τα οποία όμως είχαν τον χαρακτήρα της «εκλογικής χορηγίας» και όχι του «δώρου», επανέλαβε και χθες απολογούμενος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας ο πρώην υπουργός Μεταφορών Τάσος Μαντέλης.
Η απολογία τού πρώην υπουργού ξεκίνησε δύο χρόνια μετά την έναρξη της δίκης και θα συνεχιστεί στις 8 Δεκεμβρίου, ενώ μαζί του στο εδώλιο κάθονται ακόμα τέσσερις κατηγορούμενοι για το ποσό των 230.000 ευρώ που είχε λάβει σε δύο δόσεις από τη μητρική Siemens, το οποίο, κατά την κατηγορία, συνδέεται άμεσα με την υπογραφή της «σύμβασης 8002» για την ψηφιοποίηση του ΟΤΕ.
Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση αφορά το συνολικό ποσό των περίπου 450.000 μάρκων -230.000 ευρώ- που έλαβε ο πρώην υπουργός από τη γερμανική εταιρεία, το 1998 και το 2000, σε ελβετικό λογαριασμό με την ονομασία ROCOS, χρήματα τα οποία κατά τη δικογραφία αποτελούσαν «δώρο» της Siemens για την επιλογή της στο έργο ψηφιακοποίησης κέντρων του ΟΤΕ.
«Ηρθα μόνος μου»
«Από χρόνια δούλευα στην κεντρική Ασία και ήρθα εδώ με τη θέλησή μου για να πω την αλήθεια. Με αγωνία περίμενα τη δίκη για να δω αν υπάρξει κάποιος που να λέει ότι εγώ απαίτησα αυτά τα χρήματα και όμως δεν βρέθηκε κανένας» είπε ο κατηγορούμενος πρώην υπουργός και επανέλαβε πολλές φορές στο δικαστήριο πως ποτέ δεν απαίτησε δώρο από τη γερμανική εταιρεία, «ούτε δραχμή», ενώ τόνισε πως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας για τη «σύμβαση 8002» δεν προκύπτει να έχει ζητήσει ανταλλάγματα για την υπογραφή της σύμβασης.
«Δεν υπήρξε ένοχη σχέση, εάν είχα απαιτήσει έστω και μία δραχμή, η Siemens θα πάταγε πόδι για να μην εφαρμοστούν οι ρήτρες» είπε χαρακτηριστικά.
Ο πρώην υπουργός υπεραμύνθηκε της υπογραφής της επίμαχης σύμβασης για την ψηφιακοποίηση του δικτύου του ΟΤΕ με την οποία ο Οργανισμός έγινε ανταγωνιστικός, σημειώνοντας ότι «ήταν απολύτως επικερδής και επωφελής για το ελληνικό Δημόσιο, με τεράστια και ανυπολόγιστα κέρδη του Οργανισμού μέχρι και σήμερα».
Επισήμανε, επίσης, πως στην τελική τιμή το Δημόσιο πέτυχε μεγάλη μείωση του κόστους, της τάξεως των 99,5 εκατομμυρίων δραχμών, ποσό που δεν θα δεχόταν η Siemens, όπως είπε, αν είχε απαιτήσει χρήματα. «Αν είχα απαιτήσει να μου δώσει χρήματα, θα έφτανε τη μείωση από 3 στο 20%; Ηξερε πως δεν είχε κάλυψη από κανέναν, και κυρίως από εμένα, γι’ αυτό και έκανε τις αλλεπάλληλες μειώσεις», πρόσθεσε.
Αναφερόμενος στο διάστημα μετά την ολοκλήρωση της θητείας του, ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε έγγραφο με το οποίο ενημέρωνε και τον επόμενο υπουργό για την επίμαχη σύμβαση και για τον έλεγχο των όρων που θα έπρεπε να εκπληρωθούν. «Δεν σιωπούσα, γιατί δεν υπήρξε ένοχη σχέση» ανέφερε ο κ. Μαντέλης και συνέχισε: «Δεν μου αρκούσε ότι είχα φύγει πλέον, αλλά ήθελα και ο επόμενος να ξέρει σε ποιο πλαίσιο πρέπει να κινηθεί».
Πάντως ο Τάσος Μαντέλης (ο οποίος επέστρεψε στις αρχές του τρέχοντος έτους στο αποκαλούμενο «ταμείο κλεμμένων» επίδικα χρήματα), απολογούμενος, επανέλαβε πολλές φορές τα περί «εκλογικής χορηγίας» χωρίς ανταλλάγματα και ότι την περίοδο που μπήκαν σε λογαριασμό του τα χρήματα «η πολιτική κατάσταση στη χώρα δεν ήταν σταθερή και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών ήταν υπαρκτό».
Αναφέρθηκε επίσης σε δημοσιεύματα της εποχής που τον έφεραν να έχει χρηματιστεί με μεγάλα ποσά και τα οποία ουδέποτε αποδείχθηκαν: «Στην πολιτική ήμουν πεθαμένος, είχα πλέον αποχωρήσει και ήμουν το πρόσωπο που ήθελαν να μου φορτώσουν τα πάντα».
