Σήμερα κλαίει όλη η Φολέγανδρος για τον «Κίκο» της. Είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι που φεύγοντας γνωρίζουν μέσα τους καλά ότι όλοι θα κλάψουν στ’ αλήθεια γι’ αυτούς, ακόμα κι όσοι τους γνώρισαν λίγο, έστω και για μία μόνο ημέρα. Ενα ολόκληρο νησί, από τους πιτσιρικάδες μέχρι τους παππούδες και τις γιαγιάδες, κλαίει σήμερα για τον Στέλιο.
Μαζί κι όλοι εμείς οι άλλοι, οι ξένοι, που αγαπήσαμε το νησί μέσα από τα δικά του μάτια, τον δικό του θαυμασμό, το δικό του τραγούδι και τον δικό του χορό, που άγγιξαν όποιον πέρασε κι όποιον ζει στο νησί.
Το καΐκι του, η «Κατράνα», που επέμενε να κάνει αγαπημένη ακόμα και την κάθε υποψία παραλίας, τον κάθε βράχο που ανακάλυπτε μέχρι το τέλος. Εκανε για όλους μας το νησί απαραίτητο, ένα αυτονόητο αντάμωμα, κάτι που δεν μπορείς να στερηθείς για κανένα λόγο ακόμα και με τα άσχημά του.
Κλαίνε σήμερα όλοι, οι εκατοντάδες μαθητές του αγαπημένου τους φιλόλογου στη Σύρο, στα Πετράλωνα, του καθηγητή και φίλου που είχε πάντα χρόνο γι’ αυτούς, που κέρδιζε ακόμα και τον απομακρυσμένο, τον αδιάφορο, τον πικραμένο μαθητή, δίνοντάς του τις κατάλληλες «πάσες».
Κάθε φορά γινόμασταν μάρτυρες της αγάπης των μαθητών του όπου και όποτε τον συναντούσαν, όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει.
Κλαίνε οι σύντροφοί του από τον παλιό «Ρήγα», τα Γιάννενα, το Παρίσι, κλαίνε οι αμέτρητοι φίλοι του, κλαίμε κι όλοι εμείς οι πιο κοντινοί, οι πιο δικοί του, κι είμαστε δίπλα στον άνθρωπό του, την Αγγέλικα.
Σε όλους μας θα μείνει μέσα μας σφιχτά το τελευταίο γλέντι στην Πούντα, όπου κατάφερε να τραγουδήσει και να χορέψει -ακόμα και φέτος- με το ίδιο ανάλαφρο δικό του πάτημα, ενώ στο ξημέρωμα της έκτης Αυγούστου τραγούδησε ξανά το «τζιβαέρι» χωρίς μικρόφωνο, φάτσα πάνω στο χάραμα.
Το χάραμα τώρα σκοτείνιασε και τ’ αγαπούσες τόσο.
Αντα
