Η βραβευμένη στις Κάνες συναρπαστική ταινία του Ούγγρου Λάζλο Νέμες για το Ολοκαύτωμα έχει απέναντί της στις αίθουσες το «Spectre», που δεν φτάνει, βέβαια, το «Skyfall», αλλά ψυχαγωγία χωρίς απαιτήσεις σίγουρα προσφέρει
Ο γιος του Σαούλ (Son of Saul, 2015, Ουγγαρία)
Σκηνοθεσία: Λάζλο Νέμες
Ηθοποιοί: Γκέζα Ρόριγκ, Λεβέντε Μολνάρ, Ουρς Ρεχν
Να μη χρησιμοποιούμε χαρακτηρισμούς όπως «η καλύτερη ταινία της δεκαετίας» επί ματαίω. Εδώ, όμως, μήπως να τον χρησιμοποιήσουμε; Ενας πρωτοεμφανιζόμενος Ούγγρος σκηνοθέτης, ο 38χρονος Λάζλο Νέμες, βραβευμένος πια στις Κάνες και στον δρόμο για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια ιστορία από το στρατόπεδο του Αουσβιτς και την αφηγείται μ’ ένα φιλμ σεναριακά, ιδεολογικά, τεχνικά και συναισθηματικά συναρπαστικό, μ’ έναν τρόπο που όσο το βλέπεις κρατάς την ανάσα σου κι όταν τελειώσει είσαι ένας άνθρωπος λίγο διαφορετικός.
Είναι Οκτώβριος του 1944 και στο στρατόπεδο του Αουσβιτς-Μπίρκεναου ο Σαούλ είναι ένας ζοντερκομάντο: ένας Εβραίος αιχμάλωτος με «τίτλο» ένα κόκκινο Χ στην πλάτη. Η δουλειά του, μαζί με τους ομοίους του, είναι να παραλαμβάνουν τους άρτι αφιχθέντες αιχμαλώτους, να τους παροτρύνουν να βγάλουν τα ρούχα τους, να τους καθησυχάζουν ότι όλα θα πάνε καλά, να τους σπρώχνουν με χωροταξική στρατηγική στους θαλάμους αερίων και να κλείνουν την πόρτα. Και, στη συνέχεια, να μαζεύουν τα πτώματα και να τα οδηγούν προς καύση, να ταξινομούν τα ρούχα και να καθαρίζουν τον θάλαμο, έτοιμο για να δεχτεί την επόμενη «σοδειά». Μια τακτική και ταχεία γραμμή παραγωγής θανάτου.
Ο Σαούλ δεν έχει επιλέξει την ιδιότητά του, του έχει δοθεί, παρατείνοντας για λίγο τη ζωή του και προκαλώντας απέναντί του το μίσος των συγκρατουμένων του σ’ ένα ήδη εθνικά διχασμένο στρατόπεδο. Οταν, ανάμεσα στα πτώματα, ο Σαούλ δει αυτό ενός μικρού αγοριού, θα πιστέψει ότι είναι ο γιος του και θα ξεκινήσει μια αποστολή απόγνωσης, να διασώσει κρυφά το κορμάκι από τη φωτιά και να βρει έναν ραβίνο να το ψάλει – εφόσον δεν μπόρεσε να του γλιτώσει τη ζωή, να του αποδώσει, τουλάχιστον, την αξιοπρέπεια στον θάνατο, αναζητώντας εξιλέωση για όσα, παρά τη θέλησή του, έχει κάνει.
Ο Νέμες συνδυάζει μια σκηνοθετική αμεσότητα που σε τοποθετεί στο κέντρο του εφιάλτη, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί εκκεντρική αλλά τόσο αποτελεσματική αισθητική: η ταινία είναι γυρισμένη στο τετράγωνο φορμά τού φιλμ 40 mm, περιορίζοντας τον Σαούλ κι όσα συμβαίνουν σ’ ένα μικρό, ασφυκτικό κάδρο χωρίς περιθώριο διαφυγής ή ξεκούρασης. Η κάμερα στο χέρι τον ακολουθεί με ρυθμό φρενήρη, χτίζοντας ένα ιλιγγιώδες θρίλερ, μια ταινία τρόμου όχι μόνο λόγω της φρίκης που αποτυπώνει, αλλά κυρίως λόγω αυτής της δυσβάσταχτης ταχύτητας. Στο κάθε πλάνο μόνο ο Σαούλ κι όσα εκείνος κοιτάζει στην αναζήτησή του είναι νετ, όλα τα υπόλοιπα είναι φλου: οι αδιάκοποι σωροί από πτώματα, οι φωτιές που καίνε διαρκώς, οι Γερμανοί αξιωματικοί που ουρλιάζουν. Ο ίδιος ο ήχος είναι ένα άλλο αριστούργημα: μια αδιάκοπη βοή «εργοστασίου», φτιαγμένη από δράση και χαώδεις φωνές, που συμπληρώνει όσα τα μάτια δεν βλέπουν, κάνοντάς τα ακόμα πιο τρομακτικά με τη συνδρομή της φαντασίας.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον και με φάρο την αποστολή του, ο Σαούλ, ερμηνευμένος από τον Ούγγρο ποιητή Γκέζα Ρόριγκ, είναι μια φιγούρα εμβληματική, άχρονη, χωρίς ηλικία και παρελθόν, θρησκευτική, μ’ ένα πρόσωπο σχεδιασμένο από παραίτηση, φρίκη και αγωνία για συγχώρεση της ανθρώπινης τρέλας, τότε και τώρα. Κανείς δεν θα πει ότι ο «Γιος του Σαούλ» είναι μια ταινία εύκολη, αντίθετα η θέασή της καταπίνει κι ένα μικρό κομμάτι αθωότητας. Είναι, όμως, ένα ντεμπούτο – αποκάλυψη, που αξίζει κάθε κόπο, από έναν σκηνοθέτη που μεμιάς επέβαλε το όνομα και το όραμά του για το καλό του σύγχρονου σινεμά.
⚑ Στο ART του Σαββάτου θα φιλοξενήσουμε συνέντευξη του σκηνοθέτη της ταινίας Λάζλο Νέμες
Spectre (2015, Μεγ. Βρετανία)
Σκηνοθεσία: Σαμ Μέντες
Ηθοποιοί: Ντάνιελ Κρεγκ, Λεά Σεντού, Κριστόφ Βαλτς, Μόνικα Μπελούτσι, Ντέιβ Μπαουτίστα
Δεν είναι το «Skyfall», δεν έχει το σκοτεινό, πολύσημο, μελαγχολικό ύφος που έκανε τον προηγούμενο Bond τόσο ξεχωριστή ταινία – όμως το «Spectre» είναι 150 λεπτά πανέμορφης δράσης, γεμάτης θέαμα κι ευρηματικότητα, βρετανικό χιούμορ, πληθωρικό ερωτισμό και ατσαλάκωτο στιλ. Τίποτε κακό σ’ αυτήν την επιστροφή στο ύφος του παρελθόντος.
Ο Τζέιμς Μποντ, έχοντας λάβει ένα κωδικοποιημένο μήνυμα που άφησε γι’ αυτόν η Μ πριν πεθάνει, ξεκινά μόνος (φυσικά) κι ενάντια στις εντολές του νέου Μ (φυσικά) μια αποστολή που θα τον οδηγήσει σε κάθε γωνιά του πλανήτη, για να ξεσκεπάσει την εγκληματική οργάνωση SPECTRE. Στην πορεία θα συναντήσει όχι μόνο αισθαντικές γυναίκες, αλλά και κομμάτια της δικής του ζωής που δεν γνώριζε ούτε κι ο ίδιος.
Η ταινία ξεκινά με μια σκηνή δράσης στην πόλη του Μεξικού (η οποία γι’ αυτόν τον λόγο κι έδωσε το μισό budget της ταινίας), τόσο απολαυστική που θα κρατήσει υψηλή θέση στην ιστορία των Bond Movies, μια καταδίωξη την Ημέρα των Νεκρών που αποτελεί την αρχή του μίτου σ’ ένα φιλμ που ασχολείται ολόκληρο με το θέμα του θανάτου. Εξαιρετικά κοσμοπολίτικη, η ταινία θα ταξιδέψει από εκεί στο Λονδίνο, την Ταγγέρη, την Αυστρία, τη Ρώμη και τη Νότια Αφρική, με την τελευταία να είναι κι η πιο φωτογενής, καθώς ο Μποντ ζει την πιο προσωπική του ιστορία.
Το φιλμ είναι γεμάτο αναφορές στο παρελθόν τού 007, εκείνο που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες ταινίες (ο αυτοαναφορικός τόνος είναι έντονος), αλλά κι εκείνο που αποκαλύπτεται και συμπληρώνει το παζλ της προσωπικότητάς του. Αυτή η σύνδεση με την οικογενειακή ιστορία του Μποντ, παρότι μένει μάλλον αναξιοποίητη δυστυχώς, δίνει στο φιλμ ένα ύφος νοσταλγικό, σαν μικρό αποχαιρετισμό σ’ όσα ο Μποντ έζησε ώς τώρα.
Ο Κριστόφ Βαλτς δεν είναι ο καλύτερος κακός, κυρίως εξαιτίας αυτής της σεναριακής ελαφρότητας, όμως οι γυναίκες της ταινίας αποζημιώνουν και με το παραπάνω. Η Μόνικα Μπελούτσι έχει πολύ λίγο κινηματογραφικό χρόνο, αλλά με μια θλίψη και μια σεξουαλικότητα που κάνουν τις δυο σκηνές της αξέχαστες.
Η Λεά Σεντού, αντίθετα, είναι ένα Bond Girl αναβαθμισμένο, πανέμορφη, σέξι και δυναμική, μια γυναίκα όχι συμπληρωματική αλλά σχεδόν ισάξια με τον Μποντ, με δική της ιστορία, προσωπικότητα και ικανότητα να υπερασπίζεται τον εαυτό της – κι εκείνον, όταν χρειαστεί. Ο Ρέιφ Φάινς είναι ένας θαυμάσιος καινούργιος Μ κι ο Μπεν Γουίσο ένας απολαυστικός Q με αυξημένο ρόλο.
Σαν το «Skyfall» να ήταν η εξαίρεση στον κανόνα, το «Spectre» επιστρέφει στα πιο παραδοσιακά λημέρια των ταινιών του Μποντ, μ’ έναν γυαλισμένο, ατσαλάκωτο και αήττητο ήρωα και μ’ ένα σενάριο επιδερμικό αλλά γεμάτο στιλ, χιούμορ και δράση, για δυόμισι έντονα ψυχαγωγικές ώρες χωρίς απαιτήσεις. Δεν μας άφησε και shaken, αλλά stirred οπωσδήποτε.
Το δέντρο με τα τσόκαρα (L’ albero degli zoccoli, 1978, Ιταλία)
Σκηνοθεσία: Ερμάνο Ολμι
Ηθοποιοί: Λουίτζι Ορνάγκι, Φραντσέσκα Μορίτζι, Ομάρ Μπρινιόλι
Στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μια φάρμα στη Λομβαρδία, τέσσερις οικογένειες αγροτών αγωνίζονται να επιβιώσουν, αφήνοντας τις ιστορικές εξελίξεις της εποχής να περάσουν από δίπλα τους. Πανέμορφη, χαμηλών τόνων, νεορεαλιστικού ύφους πολιτική και λυρική ταινία από τον Ερμάνο Ολμι, βραβευμένη με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών, χειροποίητη και με ερασιτέχνες ηθοποιούς, μια αξέχαστη ματιά στην αγροτική ζωή και τους αγώνες των βιοπαλαιστών.
Μία φορά τον χρόνο (Love the Coopers, 2015, ΗΠΑ)
Σκηνοθεσία: Τζέσι Νέλσον
Ηθοποιοί: Ολίβια Γουάιλντ, Νταϊάν Κίτον, Αλαν Αρκιν, Αμάντα Σάιφριντ, Τζον Γκούντμαν, Μαρίσα Τομέι, Εντ Χελμς, Τζουν Σκουίμπ, Τζέικ Λέισι, Αντονι Μακί
Η Σάρλοτ, αρχηγός μια πολυπληθούς οικογένειας, αγωνίζεται να συγκεντρώσει τις 4 γενιές των Κούπερ στο πατρικό σπίτι για τα Χριστούγεννα, παρότι ο καιρός, τα προσωπικά παρατράγουδα του καθενός και το απρόθυμο Εορταστικό Πνεύμα έχουν βαλθεί να κάνουν το έργο της δυσκολότερο. Οικογενειακή ταινία με πολυσυλλεκτικό καστ, αποφασισμένη να μας φέρει από τώρα τα Χριστούγεννα.
