Ενα είναι το συμπέρασμα από τον χθεσινό πολιτικοδημοσιογραφικό θόρυβο γύρω από την (επιστημονικά ορθότατη) απάντηση του υπουργού Παιδείας στις ερωτήσεις του Νίκου Χατζηνικολάου περί ποντιακής γενοκτονίας.
Ο μόνος λόγος για τον οποίο προκαλείται κάθε τρεις και λίγο ένα τέτοιο «σκάνδαλο» είναι η (άκρως ανιστόρητη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της τότε συζήτησης) πολιτική πράξη της νομοθετικής αναγνώρισης της «γενοκτονίας» από τη Βουλή του 1994, εν μέσω της γενικότερης τότε εθνικιστικής υστερίας για το Μακεδονικό και το Βορειοηπειρωτικό, και η (πραγματικά σκανδαλώδης) ποινικοποίηση της «κακόβουλης» αμφισβήτησής της το 2014 από την κυβέρνηση Σαμαρά.
Αν δεν υπήρχαν αυτές οι (πολιτικές και όχι επιστημονικές) κινήσεις, οι ιστοριογραφικές διαφωνίες για το Ποντιακό ουδόλως θα διέφεραν από τις ουκ ολίγες παρόμοιες συζητήσεις για την Κατοχή και την Αντίσταση, τον δωσιλογισμό, τον εθνικό διχασμό του 1915-22, τη χούντα ή τον «ατυχή» πόλεμο του 1897. Οπερ έδει δείξαι, λοιπόν.
Αν η κυβέρνηση δυσκολεύεται -για προφανείς λόγους- να πάρει πίσω την αναγνώριση του 1994, ας φέρει τουλάχιστον άμεσα ένα νομοσχέδιο για την κατάργηση του λογοκριτικού άρθρου 2 του «αντιρατσιστικού» Ν. 4285/2014. Θα είναι συνεπής με τη στάση που ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε κατά την ψήφισή του και θα εξαλείψει τη δαμόκλειο σπάθη που, αντικειμενικά, εξακολουθεί να κρέμεται πάνω από κάθε σχετική δημόσια συζήτηση.
