Τις τελευταίες μέρες μού έκαναν εντύπωση οι δηλώσεις δύο κορυφαίων παραγόντων του ΣΥΡΙΖΑ απ’ αυτούς που θεωρούνται σημεία αναφοράς για τον κόσμο της παράταξης, είναι προσγειωμένοι και αποφεύγουν τα μεγάλα λόγια και τις βαρύγδουπες εξαγγελίες.
Άλλωστε, αμφότεροι έδωσαν δείγματα γραφής στη φάση των συζητήσεων με τους δανειστές. Ο λόγος για τον Γιάννη Δραγασάκη και τον Ευκλείδη Τσακαλώτο.
Ο πρώτος είπε στο left.gr ότι «αυτά που ζήσαμε το προηγούμενο διάστημα θα τα ξαναζήσουμε». Ο δεύτερος, μιλώντας στο Μega, εξέφρασε τον φόβο του ότι μπορεί κάποιοι από τους εταίρους να μπλοκάρουν τη συζήτηση για τη διευθέτηση του χρέους, προβάλλοντας διάφορα ζητήματα που έχουν σχέση με την αξιολόγηση του Οκτωβρίου.
Πρόκειται για σοβαρές παρατηρήσεις, επειδή ακριβώς προέρχονται από τους συγκεκριμένους ανθρώπους που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις από διαφορετικά πόστα και είναι σε θέση σήμερα να γνωρίζουν τι παίζεται στην Ευρώπη, πώς διαμορφώνονται οι συσχετισμοί και μπορούν να προβλέψουν με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας τις κινήσεις ορισμένων κύκλων.
Το σχέδιο Σόιμπλε για συμφωνημένη έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη έχει αποσυρθεί από το προσκήνιο προσωρινά. Από τις διαρροές που κάνουν οι συνεργάτες του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, από τα συμφραζόμενα των δηλώσεων του ίδιου του Σόιμπλε και από τις παρεμβάσεις αξιωματούχων των χωρών που λειτουργούν σαν βαποράκια της Γερμανίας προκύπτει ότι το σενάριο δεν έχει εγκαταλειφθεί και με την πρώτη αφορμή -πραγματική ή κατασκευασμένη- θα επανέλθει στο τραπέζι.
Το καλό στην όλη υπόθεση είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον είναι ο βασικός πόλος της νέας κυβέρνησης, δεν θα πιαστεί στον ύπνο και δεν θα προσέλθει στις συζητήσεις με αυταπάτες για τις προθέσεις των βασικών εταίρων. Έχει πια καταλάβει ότι δεν έχουμε να να κάνουμε με μια συλλογικότητα που σέβεται τη λαϊκή ετυμηγορία και λειτουργεί δημοκρατικά, αλλά με ένα αδυσώπητο νεοφιλελεύθερο μπλοκ που δεν θα διστάσει να μετέλθει όλα τα μέσα για να πετύχει το στόχο του.
Δεν είναι βεβαίως ενιαίο και τόσο συμπαγές όσο ήταν στο παρελθόν, κι αυτό εξαιτίας της πάλης της ελληνικής κυβέρνησης, ωστόσο ο σκληρός πυρήνας του παραμένει επιθετικά εχθρικός απέναντι σε όποιον τολμήσει να αμφισβητήσει το κυρίαρχο μοντέλο.
Η διάγνωση όμως της κατάστασης δεν αρκεί. Πρέπει μια αριστερή κυβέρνηση να είναι σε διαρκή ετοιμότητα. Οφείλει να είναι εξοπλισμένη μ’ ένα σαφές, πειστικό και ιεραρχημένο πλάνο δράσης, ικανό να αποκρούσει τις αξιώσεις του Βερολίνου και των Βρυξελλών, να κερδίσει συμμαχίες στην Ευρώπη και το κυριότερο, να προετοιμάσει την ελληνική κοινωνία.
