Στην «καρδιά» του Ιράκ, τη Βαγδάτη, μεταφέρθηκε τις τελευταίες ημέρες η «μονομαχία» της ιρακινής κυβέρνησης και του «Ισλαμικού κράτους», καθώς άλλοι 24 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε νέα σειρά βομβιστικών επιθέσεων που συγκλόνισαν χθες την πρωτεύουσα, τρεις μέρες μετά τον θάνατο περισσότερων από 70 ανθρώπων στην πλέον πολύνεκρη επίθεση που σημειώθηκε εκεί από τότε που ο πρωθυπουργός Χάιντερ αλ-Αμπάντι ανέλαβε καθήκοντα, πριν από έναν χρόνο.
Η φονικότερη επίθεση του Σαββατοκύριακου διαπράχθηκε στη σιιτική συνοικία Χαμπιμπίγια, όπου τουλάχιστον 15 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους όταν ένα όχημα παγιδευμένο με εκρηκτικές ύλες εξερράγη κοντά σε υπαίθρια έκθεση αυτοκινήτων.
Η συνοικία Χαμπιμπίγια βρίσκεται κοντά στο Σαντρ Σίτι, μια τεράστια σιιτική «πόλη μέσα στην πόλη», όπου ζουν σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι και όπου την Πέμπτη σκοτώθηκαν περισσότεροι από 70 σε επίθεση με παγιδευμένο φορτηγό, την ευθύνη της οποίας ανέλαβε το «Ισλαμικό κράτος».
Η ριπή τρομοκρατικών επιθέσεων με στόχο αμάχους έρχεται σε μια στιγμή που ο ιρακινός στρατός επιχειρεί να ανακτήσει το χαμένο κύρος του πραγματοποιώντας συντονισμένη επίθεση για την ανακατάληψη του Ραμάντι, της πρωτεύουσας της επαρχίας Ανμπαρ στο δυτικό Ιράκ και μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις που βρίσκονται στον έλεγχο των σουνιτών ανταρτών.
Ομως το ηθικό παραμένει πεσμένο, και ο νέος πρωθυπουργός Αλ-Αμπάντι προσπαθεί να ενισχύσει την πειθαρχία παραπέμποντας σε στρατοδικείο τους αξιωματικούς-διοικητές μονάδων που εγκατέλειψαν αμαχητί τις θέσεις τους τον περασμένο Μάιο, όταν το «Ισλαμικό κράτος» κατέκτησε το Ραμάντι.
Ο μετριοπαθής Αλ-Αμπάντι ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα «εκστρατεία σαρωτικών μεταρρυθμίσεων», με σκοπό την καταπολέμηση της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης που, όπως δήλωσε, καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη διακυβέρνηση της χώρας. Σχεδόν ταυτόχρονα, κοινοβουλευτική επιτροπή έκρινε πως ο πρώην πρωθυπουργός Νούρι αλ-Μαλίκι και δεκάδες ακόμη πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι είναι υπεύθυνοι για την αιφνιδιαστική πτώση της Μοσούλης, που ουσιαστικά «παρέδωσε» το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου Ιράκ στους σουνίτες τζιχαντιστές. Κανείς δεν έχει ώς σήμερα λογοδοτήσει για το πώς χάθηκε η Μοσούλη και ποιος έδωσε τη διαταγή να εγκαταλειφθεί η πόλη. Στην έκθεσή της, η ανακριτική επιτροπή αποδίδει επίσης ευθύνες για την ήττα του 2014 στον πρώην κυβερνήτη της Μοσούλης, τον πρώην υπουργό Αμυνας, τον πρώην αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού και τον πρώην επιχειρησιακό διοικητή της επαρχίας Νινευή, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Μοσούλη.
Σφαγή στη Σύρτη
«Προγεφυρώματα» και στην άλλη άκρη του αραβικού κόσμου, την ακυβέρνητη Λιβύη, δημιουργεί το «Ισλαμικό κράτος» ή εν πάση περιπτώσει όσες τοπικές δυνάμεις φανατικών συστρατεύονται κάτω από το μαύρο λάβαρο του «Χαλιφάτου».
Χθες, η διεθνώς αναγνωρισμένη -αλλά παντελώς ανίσχυρη- «κυβέρνηση» της Λιβύης κάλεσε τα αραβικά κράτη να διεξαγάγουν μια εκστρατεία αεροπορικών πληγμάτων εναντίον των μαχητών του «Ισλαμικού κράτους» που έχουν ήδη καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της Σύρτης και, σύμφωνα με πληροφορίες, επιδίδονται σε όργιο συνοπτικών εκτελέσεων και άλλων εγκλημάτων πολέμου.
Φαίνεται ότι η μάχη για τον έλεγχο της Σύρτης, της ιδιαίτερης πατρίδας του Μουαμάρ Καντάφι, ξέσπασε μετά τη δολοφονία από το «Ισλαμικό κράτος», στις αρχές της περασμένης εβδομάδας, του ιμάμη σεΐχη Χάλεντ αλ Φαρτζάν, ο οποίος ανήκε στην ομώνυμη φυλή. Τοπικοί αξιωματούχοι επιμένουν πως μόνο τα τελευταία 24ωρα ξεπερνούν τους 200.
Από την πτώση του κανταφικού καθεστώτος το 2011, η Λιβύη βρίσκεται στο έλεος των αιματηρών συγκρούσεων που σημειώνονται μεταξύ αντίπαλων ένοπλων ομάδων. Εχει δύο «κυβερνήσεις», μία στην Τρίπολη υπό τον έλεγχο ενός συνασπισμού πολιτοφυλακών, εν μέρει ισλαμιστών, και μία άλλη που την αναγνωρίζει η διεθνής κοινότητα και έχει την έδρα της στο Τομπρούκ.
Την Τρίτη, η «κυβέρνηση» της Τρίπολης -στην οποία επίσης συμμετέχουν πολλοί ισλαμιστές- ανακοίνωσε ότι εξαπολύθηκε μια «επιχείρηση για την απελευθέρωση της Σύρτης», η οποία προφανώς, παρά τη χρήση βομβαρδιστικών αεροσκαφών και ελικοπτέρων, απέτυχε παταγωδώς με αποτέλεσμα οι ντόπιοι μαχητές να εκτεθούν στα αντίποινα των τζιχαντιστών, που έχουν ενισχυθεί και από ξένους πολεμιστές από άλλες αραβικές χώρες.
