Ανιση από άποψη ρεπερτορίου και απόδοσης ήταν η δεύτερη συναυλία της ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής στο ξεκίνημα της νέας περιόδου (9/10/2015).
Το αθηναϊκό σύνολο διηύθυνε ο αρχιμουσικός Κάρολος Τρικολίδης. Το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο ρωσικά και ένα ελληνικό έργο.
Ξεκίνησε με το «Πανηγύρι» (1909), σύνθεση του Μάριου Βάρβογλη με καταφανείς επιρροές από τον γαλλικό εμπρεσιονισμό.
Πρόκειται για νεανικό κομμάτι με χαλαρή, αρθρωτή δομή ατμοσφαιρικών επεισοδίων, τα οποία φιλοξενούν ονειρικές μουσικές μνήμες ελληνικής παραδοσιακής μουσικής.
Ο Τρικολίδης το διηύθυνε με προσήλωση και φροντίδα, όμως δεν κατόρθωσε να καλύψει τις όποιες αδυναμίες –ισχνή συνοχή, ετερόκλητο ύφος- της γραφής.
Με αφορμή την παρουσίασή του «Πανηγυριού», ας επισημάνουμε εδώ ότι, ύστερα από αρκετά χρόνια σχεδόν παντελούς απουσίας, φέτος η ΚΟΑ επανένταξε έργα ιστορικού ελληνικού ρεπερτορίου στα προγράμματά της.
Ομως, όπως με απογοήτευση διαπιστώνουμε, πρόκειται για «δώρον-άδωρον» αφού, αναβιώνοντας παλιά τακτική, η σχετική εργογραφία αντιμετωπίζεται απλώς ως υποχρέωση.
Με άλλα λόγια καλύπτεται με τη γνωστή «ξεπέτα», δηλαδή επιλέγοντας σύντομα, χιλιοακουσμένα κομμάτια, που δίδονται στο ξεκίνημα της βραδιάς, πριν παιχτεί η «κανονική» μουσική…
Κανένα βασικό, μεγάλο έργο, ουδέν ενδιαφέρον για οτιδήποτε πέραν την πεπατημένης.
Από την άλλη, η ΚΟΑ είναι και παραμένει το μοναδικό ορχηστρικό σύνολο αξιώσεων που εξακολουθεί να προσφέρει στους φιλόμουσους φορολογούμενους της Αθήνας ένα όποιου εύρους συμφωνικό ρεπερτόριο˙ έστω ανέμπνευστα, έστω κουτσουρεμένο με διάφορες δικαιολογίες.
Πόσο διαφορετικά θα ήταν αν, επιτέλους, υπηρετούσε το ρεπερτόριο αυτό με λίγο περισσότερη φαντασία και στοιχειώδη (εθνική και όχι μόνο) συνέπεια….
Ο Λίνους Ροτ και το Στραντιβάρι του
Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για βιολί αρ.1» του Προκόφιεφ. Ως ερμηνευτής, μετακλήθηκε ο πολυβραβευμένος Γερμανός Λίνους Ροτ, ένας από τους πιο προικισμένους βιολιστές της νεότερης γενιάς.
Ο 38χρονος μουσικός έπαιξε σε επώνυμο βιολί Στραντιβάρι –δεν ακούμε συχνά τέτοια όργανα στην Ελλάδα!- και πρόσφερε μια πραγματικά εξαιρετική ερμηνεία, συντονιζόμενος συνειδητά προς το ιδιαίτερο, μοντερνιστικό εκφραστικό στίγμα του «τρομερού παιδιού» της ρωσικής μουσικής.
Τις μακρές παραγράφους, όπου κυριαρχούν οι συνεχείς διάλογοι και η μηχανιστικού ρυθμικού σφρίγους δίδυμη συμπορεία βιολιού-ορχήστρας, έπαιξε με αθλητική ακρίβεια, κρυστάλλινη καθαρότητα αλλά και χορευτική χάρη.
Ομοίως άριστα, με αψεγάδιαστη ορθοτονία, κελαρυστές τρίλιες και μαλακό, ελεγχόμενο βιμπράτο, απέδωσε τις χαρακτηριστικές, πλατιές, έρπουσες μελωδίες των λυρικών παραγράφων.
Στο λαμπερό σολιστικό του ταξίδι είχε κάπως αγχωμένο αλλά σε πλήρη εγρήγορση συνοδοιπόρο την ΚΟΑ. Ανταποκρινόμενος στο θερμό, παρατεταμένο χειροκρότημα του ακροατηρίου, ο Ροτ πρόσφερε εκτός προγράμματος την «Μπαλάντα» για σόλο βιολί Ιζάι.
Ολόκληρο το δεύτερο μισό της βραδιάς αφιερώθηκε στις «Εικόνες από μία έκθεση» του Μόντεστ Μούσοργκσκι, στην ενορχήστρωση του Μορίς Ραβέλ.
Πρόκειται για εμβληματικό όσο και χιλιοπαιγμένο έργο της ρωσικής μουσικής, που υποτίθεται ανήκει στο ρεπερτόριο της ορχήστρας, συνεπώς θα περιμέναμε από τον αρχιμουσικό να διαπλάσει –αν μη τι άλλο!- σε μια καλοδομημένη, σπινθηροβόλα ερμηνεία, με φροντισμένες ορχηστρικές λεπτομέρειες και μεταπτώσεις διαθέσεων.
Περιέργως, αυτό που ακούσαμε ήταν μια ανάγνωση με ουκ ολίγα ολισθήματα και ατέλειες: κάποια «κοκοράκια» στα χάλκινα πνευστά, ενδημικές ελλείψεις συντονισμού ανάμεσα στις ομάδες των οργάνων, αλλά και συχνά μέτρια έκφραση.
Παρά τις ουκ ολίγες καλές στιγμές και τις ωραίες συνεισφορές από μεμονωμένα όργανα –π.χ. το αισθησιακό σόλο του σαξοφώνου στο «Παλιό κάστρο»- άνευρα δόθηκαν τόσον ο «Κεραμεικός» όσο και το εβραϊκό ντούο των «Σαμουήλ Γκόλντενμπεργκ – Σμουίλε», ελαφρώς ασυντόνιστα τα τρεχαλητά στα «Κλωσσόπουλα» και στην «Αγορά της Μιμόζ».
Από την άλλη, φυσικά και αναμενόμενα, δόθηκαν πολύ ωραία τα αργά, ατμοσφαιρικά μέρη, ενώ εφετζίδικα υπήρξαν τα θορυβώδη και μεγαλόστομα: η «Βοϊδάμαξα», η «Μπάμπα-Γιάγκα» και «Η μεγάλη πύλη του Κιέβου». Ιδιαίτερα, το μεγαλόπρεπο φινάλε ενθουσίασε το ακροατήριο, που είχε γεμίσει περίπου στο μισό την αίθουσα. Αρκούν, όμως, αυτά;
