Σε δίμηνο πάγωμα του μέτρου της επιβολής ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση προσανατολίζεται η ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών, δεδομένων των διαφωνιών του συνόλου των κομμάτων, αλλά και της παρέμβασης της Κομισιόν, η οποία ζητάει εξηγήσεις για το θέμα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Τρύφων Αλεξιάδης θα εισηγηθεί δίμηνη αναβολή εφαρμογής της σχετικής διάταξης, προκειμένου να αποφασίσει η επόμενη κυβέρνηση που θα προκύψει από τις επικείμενες εκλογές για την «τύχη» του μέτρου. Αν δηλαδή θα προχωρήσει κανονικά η εφαρμογή του ή αν θα υπάρξουν άλλα ισοδύναμα τα οποία θα αποτρέψουν τελικώς την επιβάρυνση της ιδιωτικής εκπαίδευσης με ΦΠΑ 23%.
Το συγκεκριμένο μέτρο αποφασίστηκε την τελευταία στιγμή από την προηγούμενη κυβέρνηση, ουσιαστικά ως «ισοδύναμο» για να επιστρέψει ο ΦΠΑ στο μοσχαρίσιο κρέας στο 13% από 23% όπου είχε μεταταχθεί.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την αντίδραση του συνόλου των πολιτικών κομμάτων, ενώ το θέμα έφτασε μέχρι την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία ζητεί εξηγήσεις, καθώς η επιβολή έμμεσων φόρων, όπως ο ΦΠΑ στην εκπαίδευση, αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία.
Λόγω των ζητημάτων που έχουν ανακύψει είναι πολύ πιθανό να εκδοθεί άμεσα Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου από την υπηρεσιακή κυβέρνηση, καθώς σήμερα (31 Αυγούστου) εκπνέει η προθεσμία υποβολής δηλώσεων από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων για υπαγωγή στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ.
Σύμφωνα με τη διάταξη που έχει ψηφιστεί, επιβάλλεται ΦΠΑ 23% σε όλα τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ιδιωτικού δικαίου (ΚΕΚ, ΙΕΚ, Ωδεία, εκπαιδευτήρια ξένων γλωσσών κ.λπ.).
Από την επιβολή ΦΠΑ απαλλάσσονται τα Νηπιαγωγεία και οι παιδικοί σταθμοί ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, καθώς και τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια δημοσίου δικαίου.
Για τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ιδιωτικού δικαίου, οι προϋποθέσεις εξαίρεσης τις οποίες θέτει ο πρόσφατος νόμος καθιστούν μονόδρομο την αύξηση των διδάκτρων από 552 έως και κατά 2.613 ευρώ ανά μαθητή, για το βασικό εκπαιδευτικό πακέτο χωρίς σχολικό.
Για τα εκπαιδευτήρια ιδιωτικού δικαίου, απαλλαγή από τον ΦΠΑ συνεχίζει να ισχύει μόνο εφόσον πληρούνται τέσσερις προϋποθέσεις:
1. Δεν έχουν ως σκοπό τη συστηματική επιδίωξη του κέρδους και τα ενδεχόμενα κέρδη τους δεν διανέμονται σε καμία περίπτωση αλλά διατίθενται για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών.
2. Η διοίκηση και διαχείρισή τους ασκείται ουσιαστικά χωρίς μισθό, από πρόσωπα που δεν έχουν, είτε αυτά τα ίδια είτε μέσω τρίτων προσώπων, άμεσο ή έμμεσο συμφέρον από τα αποτελέσματα της εκμετάλλευσης των σχετικών δραστηριοτήτων.
3. Οι τιμές είναι κατώτερες από αυτές που καθορίζονται για ανάλογες πράξεις εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίες υπόκεινται στο ΦΠΑ και
4. Η απαλλαγή δεν δημιουργεί κίνδυνο στρέβλωσης των όρων του ανταγωνισμού.
