Πάνω από μισός αιώνας έχει περάσει από το ιστορικό πρώτο ντιμπέιτ που διοργανώθηκε μεταξύ Κένεντι και Νίξον για την προεδρία των ΗΠΑ, στις 26 Σεπτεμβρίου 1960, κι όμως, μέχρι σήμερα, οι συζητήσεις για το κατά πόσο ένα ντιμπέιτ αποτελεί ένα ακόμη τηλεοπτικό προϊόν ή εξυπηρετεί την ουσιαστική ενημέρωση των ψηφοφόρων καλά κρατούν. Οσο για τη μικρή μας Ελλάδα, οι τηλεμαχίες ξεκίνησαν μόλις πριν από 25 χρόνια και τα τελευταία χρόνια των μνημονίων καταργήθηκαν. Εως σήμερα το βράδυ.
Το 1960, ένας νεαρός γερουσιαστής (Κένεντι) αναμετριόταν με έναν έμπειρο αντιπρόεδρο (Νίξον). Σήμερα, εφτά πολιτικοί αρχηγοί θα βρεθούν απέναντι σε εφτά δημοσιογράφους. Ισως περισσότερους από ποτέ σε ντιμπέιτ διεθνώς. «Δεκαπέντε άνθρωποι είναι λάθος αναγκαστικά, παρότι οι οκτώ από αυτούς αναγκαστικά πρέπει να είναι παρόντες», δήλωσε στην «Εφ.Συν.» η δημοσιογράφος Ελλη Στάη, παρούσα η ίδια σε παρελθοντικές αντίστοιχες αναμετρήσεις.
«Δεν είναι και η καλύτερη η φόρμα που ακολουθείται» συνέχισε. «Είναι μάλλον η χειρότερη. Είναι “βαριά” και δεν επιτρέπει στους πρωταγωνιστές να αναπτύξουν πλήρως τη συλλογιστική τους, ώστε να έχει ενδιαφέρον και για τον τηλεθεατή/ψηφοφόρο». Γιατί, λοιπόν, δεν αλλάζει; «Το ντιμπέιτ δεν είναι για εμάς τους δημοσιογράφους, αλλά για τους πολιτικούς.
Δύο δημοσιογράφοι θα ήταν το ιδανικό. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός των καναλιών οδηγεί στο σημερινό αποτέλεσμα, με 7 στο πάνελ. Γιατί, σου λένε, αν δεν έρθει ο δικός μου δημοσιογράφος, δεν θα μεταδώσω το ντιμπέιτ», μας απαντά η κ. Στάη. «Ηδη το τετράωρο θα είναι “Μπεν Χουρ” για τηλεθεατές και παρευρισκομένους.
Ποιος μπορεί να παρακολουθήσει ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα τόσες ώρες, διατηρώντας τη συνοχή όσων ακούγονται και την αυτοσυγκέντρωσή του;» αναρωτήθηκε. «Μια τηλεμαχία θα έπρεπε να είναι πιο ευέλικτη, αλλά οι ίδιοι οι πολιτικοί είναι αυτοί που το σαμπόταραν. Τα τελευταία χρόνια δεν έχει γίνει καμία αντίστοιχη τηλεοπτική αναμέτρηση, με αποτέλεσμα το κενό αυτό να δημιουργεί μία αδράνεια στους όρους διεξαγωγής της. Αντί να έχουμε μάθει από την εμπειρία μας, είμαστε του “τρέχουμε την τελευταία στιγμή”. Οπότε και το αποτέλεσμα υπονομεύει την όποια προσπάθεια». Πάντως, για την ίδια οποιαδήποτε μορφή διαλόγου είναι σαφώς καλύτερη από την ανυπαρξία του, «ειδικά τώρα που οι στιγμές είναι κρίσιμες και το πολιτικό σκηνικό θολό. Θα παρακολουθήσω το σημερινό ντιμπέιτ, περιμένοντας ν’ ακούσω κάτι το αναπάντεχο» δήλωσε.
Οι δημοσιογράφοι
Οσο για τη Σία Κοσιώνη, που θα συμμετέχει σήμερα, «οι δημοσιογράφοι θα έπρεπε να είναι αυτοί που θα παρουσιάζουν στους πολιτικούς αρχηγούς τους όρους της συζήτησης και όχι το αντίστροφο». Και παρ’ όλο που συμφωνεί και με την Ελλη Στάη αλλά και με τον Νίκο Χατζηνικολάου για την «ακαμψία» της σημερινής τηλεμαχίας, ωστόσο δήλωσε πως «είναι στο χέρι και των δημοσιογράφων να βγάλουμε ό,τι καλύτερο από την όλη διαδικασία. Προσπαθήσαμε για μία επιπλέον ενότητα ελεύθερων ερωτήσεων, αλλά δυστυχώς δεν έγινε αποδεκτό από όλους τους πολιτικούς αρχηγούς». «Ας το κρίνουμε καλύτερα εκ του αποτελέσματος», μας απάντησε ο Νίκος Χατζηνικολάου, επίσης έμπειρος γνώστης του αντικειμένου, διατηρώντας μία πιο αισιόδοξη στάση.
Από την άλλη, ο πολιτικός ερευνητής και αναλυτής, Τάκης Θεοδωρικάκος, εντάσσει το σημερινό ντιμπέιτ στο γενικότερο προεκλογικό κλίμα: «Οταν όλη η προεκλογική εκστρατεία εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον όπου περισσεύει η κούραση και η απογοήτευση των πολιτών από τα οξύτατα προβλήματα και τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις των προσδοκιών, δεν μπορεί παρά και οι παράλληλοι μονόλογοι του ντιμπέιτ να περιορίσουν και άλλο την προσοχή τους».
Βρίσκει περισσότερο ενδιαφέρον έναν τηλεοπτικό διάλογο ανάμεσα σε δύο πολιτικούς αρχηγούς, ειδικά ανάμεσα σε Τσίπρα και Μεϊμαράκη, «καθώς το δίδυμο Τσίπρα – Σαμαρά το έχουμε ζήσει αρκετά τα τελευταία χρόνια, ενώ το πρώτο θα είναι η μοναδική φορά που θα το δούμε να αναμετράται». «Γενικά, αν και το σημερινό ντιμπέιτ εμπεριέχει υψηλό κίνδυνο μικρού ενδιαφέροντος, θα είναι κρίσιμο για τα μικρότερα κόμματα. Ο προεκλογικός χρόνος είναι τόσο σύντομος, που οι αρχηγοί τους έχουν μία εξαιρετική ευκαιρία να δημιουργήσουν θετικές εντυπώσεις, εάν βέβαια τα καταφέρουν» διευκρίνισε.
Αντίθετα, ο Ηλίας Τσαουσάκης, πολιτικός επιστήμων και σύμβουλος επικοινωνίας, εκτιμά πως «ελάχιστοι ψηφοφόροι αλλάζουν ή μετατοπίζονται εξαιτίας ενός ντιμπέιτ, αν και το σημερινό πολιτικό σύστημα είναι αρκετά ρευστό». Για τον ίδιο πρόκειται κυρίως για τηλεοπτικό προϊόν, που βασικό σκοπό έχει να εξυπηρετεί το μέσο πολύ περισσότερο από αυτήν καθαυτήν την ενημέρωση.
«Δυστυχώς και τα ντιμπέιτ ακολουθούν τη λογική των exit polls, που αντί να περιμένουν να περάσει κάποια ώρα αφού κλείσουν τις κάλπες για να δώσουν ένα πιο επιστημονικά έγκυρο αποτέλεσμα, κυνηγούν την τηλεοπτική πρωτιά» διευκρινίζει. «Στο εξωτερικό, δεν νοείται προεκλογική περίοδος χωρίς τηλεμαχίες. Μετά το πέρας τους, μάλιστα, αναλύουν την κάθε παρουσία υποψηφίων διεξοδικά. Στην Ελλάδα είμαστε πολύ πίσω ακόμη. Αντί για απευθείας διάλογο μεταξύ των υποψηφίων, παρακολουθούμε στους δέκτες μας ακριβώς το αντίθετο. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, είναι παρήγορο το ότι θα ξαναγίνει ντιμπέιτ μετά από τόσα χρόνια».
«Η αλήθεια είναι ότι έχω μια αμφιθυμία απέναντι στα ντιμπέιτ. Τι είναι κατ’ ουσίαν; Λόγια, λόγια, λόγια. Κι όπως το ‘χουμε αφομοιώσει για τα καλά, η διάσταση μεταξύ λόγων και έργων είναι τεράστια, οπότε ποιο το όφελος;» αναρωτιέται ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Χριστόφορος Κάσδαγλης, θεμελιώνοντας, εν τέλει, μια κρίση που τείνει να γίνει γενικής αποδοχής. «Αυτό πάντως δεν δικαιώνει την άρνηση συμμετοχής στην οποία συχνά έχουμε γίνει μάρτυρες τα τελευταία χρόνια. Οταν ένας πολιτικός αρχηγός αποφεύγει προσχηματικά το αυτονόητο, τη συμμετοχή στο ντιμπέιτ, δεν το κάνει βέβαια για λόγους αρχών. Το κάνει μόνο και μόνο γιατί θεωρεί ότι δεν τον συμφέρει η απευθείας αντιπαράθεση».
«Στον βαθμό που η τηλεόραση δίνει τον τόνο στις εκλογές, πρόκειται σίγουρα για κορυφαία στιγμή», εξηγεί ο Χρ. Κάσδαγλης. «Αλλά, τι παράξενο: ενώ περιμένουμε το απρόβλεπτο, μια σκληρή ερώτηση που θα φέρει σε δύσκολη θέση έναν πολιτικό αρχηγό, που θα στραπατσάρει λίγο την αυταρέσκεια και τη σκληρή προετοιμασία του, μια λαμπερή ατάκα, μια στιγμή ειλικρίνειας, ένα κόμπιασμα, κατά τον ίδιο τρόπο που στους Ολυμπιακούς Αγώνες αγωνιούμε για τον τελικό των 100 μέτρων, έστω κι αν ξέρουμε ότι και οι 8 συμμετέχοντες είναι ντοπαρισμένοι… τελικά, σχεδόν ποτέ δεν έχουμε δει τους συναδέλφους δημοσιογράφους να στριμώχνουν πραγματικά τους πολιτικούς αρχηγούς, να τους βγάζουν έξω από την ατζέντα τους, να αποκαλύπτουν τα αδύναμα σημεία και τις μεγάλες αντινομίες στις πολιτικές τους εξαγγελίες» καταλήγει. Αν θα δικαιωθεί ή όχι, δεν είναι παρά θέμα ωρών.
