Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομες επιστολές, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Σημερινός επιστολογράφος ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης. Μ.Φ.
Προς τον κύριο Γιώργη-Αλέξη Ζορμπά,
Αγαπητέ Γιώργη-Αλέξη,
Δεν με ξέρεις, αλλά εγώ σε ξέρω πολύ καλά. Σε γνώρισα σε ένα βιβλίο του πατέρα μου, το 1949. Τον έλεγαν Νίκο. Γιατρονικολή. Ηταν οδηγός λεωφορείου και σε κουβαλούσε πάνω-κάτω, χωριό-Ηράκλειο. Κάθε μέρα. Στις συχνές στάσεις της διαδρομής άνοιγε το βιβλίο, όπως ανοίγουν τους τάφους, και έριχνε μια κλεφτή ματιά. Φτάναμε όλοι καθυστερημένοι στον προορισμό μας.
Προφανώς δεν το ξέρεις αλλά αυτό το βιβλίο-τάφο το έγραψε ένα παλιό σου αφεντικό. Θυμάσαι κάποιο κύριο Νίκο Καζαντζάκη, ένα γραφιά, όπως τον έλεγες; Το 1915 ο κύριος Νίκος άνοιξε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης ξυλείας στο Αγιο Ορος και σε έκανε αρχιεργάτη. Εντάξει;
Η δουλειά κράτησε λίγο. Ξανασμίξατε το 1916 στο λιγνιτωρυχείο της Πάστροβας στη Μάνη. Πάλι εσύ αρχιεργάτης του κυρίου Νίκου, μέχρι που η επιχείρηση φαλίρισε. Την τρίτη φορά που ξανασμίξατε με τον κύριο Νίκο μάλλον δεν τη θυμάσαι: ήταν γύρω στα 1946 όταν έγραψε τον Βίο και την Πολιτεία σου – αν καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό.
Γιατί σου τα γράφω αυτά, κύριε Γιώργη-Αλέξη; Για να σου πω ότι καθώς κληρονόμησα τα λίγα βιβλία του πατέρα μου, κληρονόμησα και το βιβλίο σου. Σηκώνω την πλάκα του και σε βλέπω μέσα. Ολοζώντανο. Περιποιημένο. Ξουρισμένο. Με μαύρο σακάκι που δεν το λιώνει ο χρόνος. Δίπλα σου ένας που μοιάζει του πατέρα μου. Ο κύριος Νίκος Καζαντζάκης, μακαρίτης κι αυτός, έχει αλλού τον τάφο του. Μεγαλονοικοκύρης πάντα, τον έθαψαν σε τόπο ψηλό.
Στο Μαρτινέγκο, αν σου λέει τίποτε το όνομα. Αλλά ο πατέρας μου, ο οδηγός, είναι μαζί σου. Στον ίδιο τάφο-βιβλίο. Εγώ απ’ έξω κρατώ την πρώτη έκδοση του Βίου σου. Λερωμένη από γράσα, καπνισμένη από τσιγάρα χύμα. Μισοσκισμένη από τα πήγαινε-έλα του λεωφορείου. Είναι ένας απλόχωρος τάφος-βιβλίο όπου μέσα κάθονται πάντα δύο, η αφεντιά σου, κυρ Γιώργη, και ο Γιατρονικολής, οδηγός τη μια λεωφορείου, την άλλη νταλίκας.
Την άλλη σε ταξί. Εσύ πάντα δίπλα. Συνοδηγός. Σας βλέπω εκεί μέσα αλλά δεν σας ακούω. Μιλάτε ψιθυριστά και δεν ακούω τι λέτε. Οπως μιλούσε ο πατέρας μου με τη μάνα μου εκείνα τα άγρια χρόνια του σαράντα εννιά. Τσου-τσου. Ολη τη νύχτα στο διπλανό δωμάτιο.
«Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (Α’ έκδοση, 1946)
Τελευταίο βιβλίο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη είναι «Τα τρία απρόσεκτα διηγήματα» (Αγρα, 2013)
