Μαζί με χιλιάδες πρόσφυγες, έτσι και οι σκέψεις μας ψάχνουν κενό στα σύνορα της μαυρίλας για να διαφύγουν. Για να το καταφέρουν, άλλοι διαβάζουν φιλοσοφία, άλλοι πάνε διακοπές, αλλά κι εκεί μιζεριάζουν για το κακό παιδί που τους έκλεψε το γέλιο της ελπίδας, άλλοι διαβάζουν Λένα Μαντά και ενοχλούν την κουλτούρα των τελευταίων, που μιζεριάζουν με Αγκάμπεν, και άλλοι φτιάχνουν κόμματα, για να ξεφύγουν από τη μιζέρια των ψηφοφόρων τους.
Υπάρχουν, βέβαια, και οι καλλιτέχνες. Σοβαροί και πρωτοπόροι, όπως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος, ο οποίος σε συνέντευξή του δήλωσε πως σε σημαντικά ραντεβού πάντα πάει με κοστούμι και γραβάτα, ως ένδειξη σεβασμού στον συνομιλητή του.
Ο Διονύσης Καρυπίδης, από την άλλη, ερασιτέχνης γλύπτης, που έφτιαξε το εξαιρετικό παραθαλάσσιο γλυπτό «Η Γοργόνα της Σιθωνίας» στη Χαλκιδική, εργάζεται και δημιουργεί ως γυμνιστής παραθεριστής.
Τουτέστιν, ελεύθερος καμπέρ… Ελα, όμως, που ο νόμος άλλαξε και δεν επιτρέπει το ελεύθερο κάμπινγκ.
Η τουριστική αστυνομία τού επέβαλε πρόστιμο και το 2004 και το 2007, από 150 ευρώ κάθε χρονιά (το πρόστιμο του επεβλήθη ως ελεύθερου καμπέρ και όχι ως ερασιτέχνη γλύπτη).
Ωστόσο, η «Γοργόνα της Σιθωνίας» έχει γίνει ικανός λόγος για να επισκεφθεί κάποιος τη συγκεκριμένη παραλία. Πράγματι, το γλυπτό είναι υπέροχο και ο καλλιτέχνης το δημιούργησε ανιδιοτελώς και αφιλοκερδώς.
Το πρόστιμο, όμως, πρόστιμο. Πήγε, βέβαια, ο Καρυπίδης στα δικαστήρια και αθωώθηκε. Το πρόστιμο, όμως, πρόστιμο. «Δεν διαγράφεται, κύριε καλλιτέχνα μου», του πέταξε στη μούρη το σύστημα.
Τα πήρε ο καλλιτέχνης, έπιασε το σφυρί και το καλέμι και του ‘δωσε και κατάλαβε του γλυπτού. Αυτο…κατέστρεψε το δημιούργημά του.
Εμεινε απρόσωπη η πανέμορφη γοργόνα του. Οπως και η παραλία. Οπως και το σύστημα το ίδιο. Δηλαδή, εσύ κι εγώ και οι λοιποί προαναφερθέντες μίζεροι και κομματάρχες μίζερων. Απρόσωποι όλοι μας και όλοι τους.
Για όποιον δεν κατάλαβε, αυτό έκανε ο καλλιτέχνης: έφτασε στα όριά του και με τα ίδια του τα χέρια μάς αποπροσωποποίησε. Ούτε μάσκες να πέσουν ούτε προσωπεία ν’ αλλάξουν.
Απλά, διαλύθηκαν τα πρόσωπα -τα ψεύτικα χαμόγελα, οι πονεμένες, από την πολλή μούγκα, μασέλες, τα αρυτίδωτα μέτωπα από τα ανύπαρκτα άγχη, τα κενά μάτια από τα ανύπαρκτα άλγη.
Μια καλεμιά ήταν αρκετή. Και ικανή.
