Η παιδική ηλικία στην Ελλάδα την περίοδο της οικονομικής κρίσης γνωρίζει ιδιαίτερα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά. Μεταξύ αυτών, η άνοδος της παιδικής φτώχειας από το 23% το 2010 στο 40,5% το 2014 (σύμφωνα με στοιχεία της Unicef είναι τo μεγαλύτερο ποσοστό στις χώρες της Δύσης), η σμίκρυνσή της σε απόλυτους αριθμούς καθώς οι γεννήσεις μειώνονται, αλλά και η ανεπάρκεια των υπαρχόντων θεσμών να συμβάλουν στη βελτίωση των συμπτωμάτων μιας παρακμής. Το παιδί και η παιδική ηλικία δεν συμπίπτουν.
Παρά τις όποιες αντιστάσεις, παρατηρούμε το τέλος της ανέμελης παιδικής ηλικίας με απρόβλεπτες συνέπειες στη μελλοντική κοινωνία.
Μέσα από τη φτωχοποίηση, η οικογένεια αποτελεί πια έναν θεσμό που δεν μπορεί να προσφέρει όσα επιθυμεί ή έχουν ανάγκη τα παιδιά. Αυξάνεται η παραμονή του παιδιού στο σπίτι, καθώς αδυνατεί η οικογένεια να ανταποκριθεί στον προηγούμενο μορφωτικό ρόλο της, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι κοινωνικές και μορφωτικές ανισότητες.
Το ότι βάλλονται οι γυναίκες στην κρίση μέσω της αύξησης της ανεργίας και της ανάληψης ευθυνών του συρρικνωμένου χώρου του κράτους πρόνοιας (απλήρωτη εργασία) και ότι αυξάνει η κακοποίηση γυναικών αποτελούν νέα ερευνητικά δεδομένα που οδηγούν στην περαιτέρω υπονόμευση του θεσμού της οικογένειας και της δυνατότητας να συμβάλει στην υγιή ανατροφή των παιδιών.
Η παιδική κακοποίηση επίσης είναι σε δραματική άνοδο, ενώ τα αιτήματα προσφυγής στο «Χαμόγελο του Παιδιού» αυξήθηκαν κατά 80%.
Το σχολείο της επαιτείας
Το σχολείο στην περίοδο της κρίσης λοιδορείται και υπονομεύεται, ενώ οι εκπαιδευτικοί μπαίνουν στο στόχαστρο προετοιμάζοντας το πεδίο για το σχολείο της «επαιτείας».
Οι παιδικοί σταθμοί έγιναν δυσεύρετοι, πάνω από 2.000 σχολεία έκλεισαν ή περιόρισαν τις ώρες και τους όρους λειτουργίας τους, οι εκπαιδευτικοί μειώθηκαν κατά περίπου 20%, ο μισθός τους περικόπηκε κατά 45%, ενώ ο φόβος έγινε το μέσο πειθάρχησης στο σχολικό περιβάλλον.
Το κενό που αφήνει το ούτως ή άλλως μικρό κράτος πρόνοιας στη χώρα μας έρχεται να αναπληρωθεί με τη φιλανθρωπία που επιδεικνύουν η Εκκλησία, οι ολιγάρχες (Νιάρχος, Λάτσης κ.ά.) και διάφορες ΜΚΟ.
Ταυτόχρονα, το σχολείο εξακολουθεί όλη αυτή την περίοδο να είναι έρμαιο των υπουργών που διαχειρίζονται τη λειτουργία του.
Το «ψηφιακό σχολείο» της Αννας Διαμαντοπούλου, το «σχολείο της δημοκρατίας» του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου και το «κοινωνικό σχολείο» του Ανδρέα Λοβέρδου είναι οι τρεις μορφές του κυρίαρχου σχολείου, του βιοπολιτικού ελέγχου και της επιβολής του νεοφιλελευθερισμού που γνωρίζει η Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης.
Η «αντι-μεταρρύθμιση» Μπαλτά είναι αυτή που δεν έγινε ποτέ, είτε γιατί δεν πρόλαβαν είτε γιατί δεν επιτράπηκε, αφού αντιμετώπισε σφοδρή αντίδραση ο στοιχειώδης εκδημοκρατισμός του σχολείου από το λοιπό πολιτικό σύστημα.
Αυτές οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες συνοδεύτηκαν από μείωση δαπανών στην εκπαίδευση. Ετσι οι δαπάνες που αφορούν την Παιδεία, από 2,74% του ΑΕΠ το 2009, κατρακύλησαν στο 2,47% του ΑΕΠ το 2015. Σε απόλυτους αριθμούς, από 7,4 δισ. δαπάνες το 2009, την τρέχουσα χρονιά έγιναν 4,8 δισ. δηλαδή το ποσοστό μείωσης των δαπανών στην εκπαίδευση είναι 35,6%.
Το στοίχημα του σύγχρονου σχολείου μέσα στην κρίση είναι η ενδυνάμωση της παιδαγωγικής, έναντι της διοίκησης, και αφορά τη στήριξη του μορφωτικού ρόλου του σχολείου έναντι του χειραγωγικού.
Με άλλα λόγια, αυτό στηρίζει τη δυνατότητα να συγκεντρώνονται τα παιδιά σε έναν τόπο δημοκρατίας και ισότητας, όπως θα επιζητούσαν ο Δελμούζος, ο Γληνός και η Ιμβριώτη, αλλά και οι Dewey και Freire. Η παιδαγωγική και η πολιτική έτσι συναντιούνται και συμβάλλουν στην κριτική θεώρηση και την αλλαγή του κόσμου.
