Του Παντελή Κυπριανού*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Και αυτή τη φορά οι δημοσκοπήσεις έπεσαν τελείως έξω… Ελάχιστα κόμματα ήταν τελικά μέσα στο εύρος που έδιναν. Το επιχείρημα που πάλι θα επικαλεστούν οι υπεύθυνοί τους είναι γνωστό. Οι εκλογικές αναμετρήσεις στα χρόνια των Μνημονίων μοιάζουν με κινούμενη άμμο: οι εκλογείς δεν μιλούν, είναι διστακτικοί στις επιλογές τους και αν πάνε τελικά στην κάλπη αποφασίζουν την τελευταία στιγμή.

Το πρόβλημα βρίσκεται λιγότερο στους ψηφοφόρους και περισσότερο στην αντίληψη περί δημοσκόπησης. Δημοσκόποι, ακόμη και πανεπιστημιακοί, όπως και η πλειονότητα των πολιτικών εκλαμβάνουν τη δημοσκόπηση σαν φωτογραφία, σαν αποτύπωμα των προθέσεων των ψηφοφόρων σε μία δεδομένη χρονική στιγμή. Αντίληψη θετικιστική και βολική για όλους.

Οι πολιτικοί, αν βολεύει η δημοσκόπηση, δήθεν δικαιώνονται. Αν δεν βολεύει, λένε ότι εκείνοι τη στιγμή τα πράγματα δεν πάνε καλά, αλλά θα παλέψουν, ώστε ο λαός να τους καταλάβει και η επόμενη φωτογραφία να είναι καλύτερη. Εικόνα βολική και για τους δημοσκόπους, που ως «ειδικοί» καρπώνονται μέρος της δημοσιότητας, αφού κοινοποιούν μέσω των ΜΜΕ στους πολιτικούς άρχοντες τις προθέσεις του λαού, ώστε να πάρουν τα μέτρα τους.

Η δημοσκόπηση δεν είναι φωτογραφία, είναι κοινωνική κατασκευή -όπως εξάλλου και η φωτογραφία. Με συγκεκριμένα κριτήρια οι ερευνητές ρωτάνε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του πληθυσμού, με στόχο να κατανοήσουν πώς σκέφτεται σε συγκεκριμένα θέματα και τι προτίθεται να ψηφίσει. Αυτό, λίγο πολύ, το κάνουν όλες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων. Εχουν σταθμισμένο δείγμα με ερωτήσεις που λίγο πολύ θέτουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων ανά τον κόσμο.

Η δημοσκόπηση, όμως, δεν είναι μόνο τεχνική. Προϋποθέτει τη σχέση του ερευνητή με τον ερωτώμενο. Εδώ εντοπίζεται μία από τις βασικές δυσκολίες της και των αποτυχημένων εκτιμήσεων. Ο ερευνητής-ερωτών οφείλει να κατανοήσει τι παίζεται. Οφείλει να γνωρίζει βασικά δεδομένα του πολιτικού παιχνιδιού.

Ενδεικτικά, όταν ένας ερωτώμενος είναι μέλος κόμματος απαντά πολύ πιο γρήγορα και εύκολα. Οταν ένα κόμμα παλεύει για την εξουσία και βρίσκεται κοντά οι υποστηρικτές του απαντάνε ευκολότερα. Οταν οι ψηφοφόροι ενός κόμματος είναι δυσαρεστημένοι από αυτό εκφράζονται δυσκολότερα, ακόμη κι αν είναι αποφασισμένοι να το ξαναψηφίσουν. Η΄ ακόμη, ο σταυρός προτίμησης ευνοεί τα κόμματα που έχουν υποψήφιους βεντέτες ή υποψήφιους με πελατειακά δίκτυα. Αντίθετα, η λίστα ωφελεί τους σχηματισμούς που στηρίζονται στο κόμμα ως συλλογικότητα ή στον επικεφαλής.

Αρα, πέρα από την τεχνική υπάρχει το πολιτικό πλαίσιο, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των ερωτώμενων, ο τρόπος που θέτει κανείς τις ερωτήσεις και η ικανότητα των ερωτώντων να αποκωδικοποιήσουν μηνύματα και συμπεριφορές. Δεν μπορείς να κάνεις δημοσκόπηση -μου έτυχε προσωπικά- με ανθρώπους που ρωτάς: «Τι εννοείτε;» και η απάντηση είναι: «Δεν ξέρω, έτσι μου είπαν να πω».

Ως κοινωνική κατασκευή η δημοσκόπηση κατασκευάζει μία πραγματικότητα και έτσι παράγει σειρά από αποτελέσματα. Ενδεικτικά, η θεώρηση περί ντέρμπι των εκλογών αυτό-λογόκρινε πολλούς από εκείνους -και εμένα προσωπικά- που έβλεπαν σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο πρώτα κόμματα.

Στην Πάτρα, η διαφορά ήταν εμφανέστατη -ένα προς δύο κοντά. Αλλού θα είναι αλλιώς, έλεγες. Ανάλογη αμηχανία φαντάζομαι θα ένιωσαν και οι υπεύθυνοι της ProRata, της εταιρείας δημοσκοπήσεων που έδινε 4 μονάδες διαφορά υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όταν άλλες έδιναν οριακό έστω προβάδισμα της Ν.Δ.

Δεν ισχυρίζομαι ότι εταιρείες δημοσκοπήσεων κατασκευάζουν αποτελέσματα ανάλογα με τον παραγγελιοδόχο. Υποστηρίζω απλώς ότι οι δημοσκοπήσεις ως κοινωνική κατασκευή παράγουν πολλαπλά αποτελέσματα και αυτό οφείλουν να το γνωρίζουν και οι ίδιες. Κλείνω με δύο παραδείγματα. Ενα απλό: Η άγνοια της κοινωνικής βάσης των ΑΝ.ΕΛΛ. και ο ισχυρισμός ότι δεν μπαίνουν στη Βουλή πιθανότατα, μέσω της λογικής της χαμένης ψήφου, να τους κόστισε.

Τέλος, ένα πιο σύνθετο παράδειγμα που δείχνει ότι, ακόμη κι αν ορισμένοι ήθελαν να πριμοδοτήσουν τη Ν.Δ., η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η προοπτική επιστροφής της στην κυβέρνηση κινητοποίησε στελέχη και μέλη της Ν.Δ. Εικάζω ότι έτσι πήρε -αγνοώ τις μετακινήσεις των ψηφοφόρων- ψήφους από άλλα κόμματα, κυρίως το ΠΟΤΑΜΙ και τους ΑΝ.ΕΛΛ. Αυτό επηρέασε και τα στελέχη της, τα έκανε πιο επιθετικά, όταν αυτή ανοιγόταν υποτίθεται στο «κέντρο». Η επιθετικότητα, με σκοπό να ρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ στο καναβάτσο, έφερε τα ακριβώς αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα: έδωσε ψήφους στον ΣΥΡΙΖΑ.

* καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών