Οι ελάχιστες ρωγμές (βλέπε: Δημήτρης Σεβαστάκης, «Εφημερίδα των Συντακτών» 11/8/2015) του αυταρχικού κράτους που η Αριστερά μετεμφυλιακά μπόρεσε να αξιοποιήσει για την επιβίωση τη δική της αλλά και εκείνης της αξιοπρέπειας χιλιάδων κυνηγημένων αγωνιστών, σήμερα δεν υπάρχουν.
Και εάν κάποιοι υποστηρίξουν, και όχι μάλλον άδικα, ότι ακόμα και τώρα το κράτος δεν είναι η Αριστερά καθώς οι εφελκυστικές αντοχές των διαμορφωμένων δομών είναι μεγάλες, τουλάχιστον θα συμφωνήσουν ότι έχει τα ηνία αυτού. Διαθέτει την εξουσία. Κι όμως.
Οι ρωγμές σήμερα, εκεί που κινούνται με τη σειρά τους οι εχθροί της Αριστεράς για τη δική τους επιβίωση, προκαλούνται από την ίδια την κυβέρνηση και βαθαίνουν ραγδαία.
Και αυτό γιατί ακόμα αναζητούν πολλοί (και εντός και εκτός Κοινοβουλίου) την πολυεπίπεδη ρήξη με τους δανειστές και τα συμφέροντα των ελίτ που προεκλογικά ήταν ρητή υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ.
Η ρήξη, θεμελιώδες κομμάτι της οντολογίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς, προϋποθέτει την επιθυμία και τη θέληση για σπάσιμο των δεσμών της επιβολής που περιορίζουν και αποκλείουν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ την ίδια στιγμή ενισχύουν τους προνομιούχους εσωκλεισμένους, και θέτει τη δεοντολογία στην υπηρεσία της ζωής, αυτής που διεγείρει και τελικά την προκαλεί.
Το τίμημα αυτής, αναπόφευκτο και άρρηκτα συνδεδεμένο, το γνωρίζει η Αριστερά. Αλλες φορές το έχει αποδεχθεί άλλες όχι.
Σήμερα, οι τελευταίες κινήσεις της πλειοψηφίας της κυβέρνησης, ιδιαίτερα μετά το δημοψήφισμα, εκπλήσσουν καθώς καταδεικνύουν το γεγονός ότι επιλέγει να μην το αποδεχθεί (το τίμημα) και αντιθέτως να ακολουθήσει το μονοπάτι του συμβιβασμού και της διαχείρισης της ήττας.
Η ρήξη είναι μέρος, αλλά και κριτήριο, για τον ορισμό της ιδεολογίας, δηλαδή του συστήματος σκέψης που καθορίζει τη συνείδηση (κατ’ άλλους κοσμο-αντίληψη) και η οποία υπερβαίνει αλλά και καθορίζει τα πάντα (ή σχεδόν τα πάντα).
Και εδώ πρέπει να πω ότι η πολιτική θεωρώ πως υπηρετεί πάντα την ιδεολογία καθώς το αντίθετο σημαίνει αυτόματα τη μετάλλαξη της τελευταίας σε μηχανισμό κοινωνικοπολιτικής πρακτικής και εξαναγκασμού (που ίσως και να είναι).
Η αποδοχή του τρίτου πακέτου των μέτρων των δανειστών εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ και ο περιορισμός του τελευταίου σε τακτικισμούς διαχείρισης του μικρότερου κακού προτάσσοντας τον φόβο του μεγαλύτερου (και εδώ χωρά μεγάλη συζήτηση για το ποιο είναι αυτό), σηματοδοτεί μια εκ των πραγμάτων κοινωνιολογική και επιστημολογική μετατόπιση της ιδεολογικής του οριοθέτησης που τον φέρνει κοντύτερα στα συστημικά κόμματα που κυβέρνησαν καθ’ όλη τη Μεταπολίτευση.
Είναι λογική όσο και αναμενόμενη συνεπώς η επικείμενη αποχώρηση μέρους της κυβέρνησης που διαφωνεί (Αριστερή Πλατφόρμα και ίσως όχι μόνο) και η οποία επιλέγει να διατηρήσει τις αρχές της και τις δεσμεύσεις της ως προς τους ψηφοφόρους της, όπως και η επιλογή της επίθεσης εκ μέρους της εναπομείνασας πλειοψηφίας στους πρώην συντρόφους της με σαφή στόχο την «αποκάθαρσή» της.
Αυτή όμως δεν μοιάζει με τη λογική της Αριστεράς. Προσιδιάζει περισσότερο σε σπινοζαϊκές (sic) συμπεριφορές που κινδυνεύουν να καταστήσουν το αριστερό εποικοδόμημα του ΣΥΡΙΖΑ είτε ένα ιδεατό που καταρρέει μπροστά στην αναντιστοιχία συνείδησης και πραγματικότητας (των πραγμάτων, για να χρησιμοποιήσω καντιανούς όρους) είτε ένα συστημικό κόμμα στυγνής διαχείρισης οδυνηρών μέτρων που η όποια ριζοσπαστικότητά του θα εκφράζεται απομειωμένη πια σε μικροδιευθετήσεις και ψήγματα προσωρινών κοινωνικών διευκολύνσεων, ενώ η νομιμοποίησή του θα υποβοηθείται από τη στήριξη άλλων κομμάτων στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αντιφατικότητας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να προχωρά σε νέες βουλευτικές εκλογές με μια διαμορφωνόμενη υποχρεωτική ομωνυμία και με απωθημένες τις περσινές, προεκλογικές του επιθυμίες εις χάριν μιας άλλης μεγάλης επιθυμίας που μοιάζει να επικυριαρχεί: εκείνης για παραμονή στην εξουσία.
Ξεχνά ίσως ότι αυτή είναι που του προκαλεί τη μεγαλύτερη ρωγμή.
*δρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ
