Ο Δημήτρης Τρύφων, συνιδρυτής και αρωγός του φεστιβάλ, είναι νεαρός επιχειρηματίας με καταγωγή από τη Λέσβο και οικογένεια με παράδοση στη φαρμακοβιομηχανία.
Μπορεί να στηρίζει την οικογενειακή επιχείρηση και συγχρόνως να αγαπά από μικρός την κλασική μουσική, να στηρίζει το φεστιβάλ με όλους τους τρόπους, να αδημονεί για την πρεμιέρα μετρώντας πλέον αντίστροφα τις ώρες για την εκπλήρωση ενός μεγάλου ονείρου.
«Προσωπικά πιστεύω πως η τοποθεσία του φεστιβάλ είναι και το βασικό του προτέρημα. Αυτό που το κάνει ξεχωριστό είναι η δυνατότητα που δίνει στους φίλους της κλασικής μουσικής από όλο τον κόσμο να συνδυάσουν τις διακοπές στο Αιγαίο με ένα περιβάλλον στο οποίο παρουσιάζεται κλασική μουσική υψηλού επιπέδου. Ενα είδος παραθαλάσσιου Salzburg ή Verbier. Αν φέρναμε το φεστιβάλ στην Αθήνα, τότε αυτόματα θα αφαιρούσαμε όλη τη δυναμική του», μας λέει.
Παραδέχεται πως αποφάσισε να συμβάλει σε μια πολιτιστική διοργάνωση εν μέσω οικονομικής και κοινωνικής κρίσης λόγω της βαθιάς αγάπης του για τη μουσική. «Η ανθρωπιστική κρίση που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει σε μια σταδιακή αλλοίωση του φίλτρου σύμφωνα με το οποίο διακρίνουμε το άσχημο από το όμορφο, τον καλλιτέχνη από τον άμουσο. Χρειαζόμαστε ίσως περισσότερο από ποτέ την επιστροφή στο κλασικό ως μια προσπάθεια αποκατάστασης μιας κάποιας αισθητικής και καλλιτεχνικής τάξης».
Κάνει μεγάλα όνειρα για το φεστιβάλ. Ξεκινούν από τη διεθνή καταξίωση και φτάνουν στη δημιουργία ορχήστρας. «Θέλω να πιστεύω ότι σε δέκα χρόνια θα συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα καλοκαιρινά φεστιβάλ κλασικής μουσικής στην Ευρώπη, με ένα σταθερό κοινό από όλο τον κόσμο. Επίσης, εφόσον αποκτήσει ταυτότητα και κοινό, σκεφτόμαστε τη μεταφορά του και σε άλλα σημεία της χώρας και -γιατί όχι- την ίδρυση ενός δικού του συνόλου».
Που στην πρώτη του συναυλία θα παίζει Μπετόβεν, τον συνθέτη που ξεχωρίζει από όλους, αυτόν που υπήρξε «σημείο αναφοράς και πρότυπο ηθικής», αλλά και «εξέλιξε την ίδια την ιστορία της μουσικής περισσότερο από κάθε άλλον».
