Τα δύσκολα είναι μπροστά και ελπίζω να το έχει συνειδητοποιήσει αυτό η κυβέρνηση.
Από το πώς θα διαχειριστεί ορισμένα κρίσιμα ζητήματα που είναι σε εκκρεμότητα θα φανεί αν έχει προοπτικές μακροημέρευσης.
Μπορεί να διακηρύσσει ότι έχει ορίζοντα τετραετίας και ότι η πολιτική συνοχή της δεν απειλείται, αλλά οι αρκετοί μαρξιστές που ευδοκιμούν στους κόλπους της γνωρίζουν καλά ότι το μέλλον δεν υπάρχει.
Θα είναι λάθος λοιπόν να πορευτεί καθοδηγούμενη από μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, ποντάροντας στην κόπωση της κοινωνίας και στην κρίση στρατηγικής που ταλανίζει την αντιπολίτευση.
«Το τι θα γίνει στη συνέχεια είναι αδύνατον να προβλεφθεί, έτσι ήταν πάντοτε με τις ανθρώπινες υποθέσεις» προειδοποιεί ο Νόαμ Τσόμσκι.
■ Ισοδύναμα: είναι μια λέξη που συνοδεύει όλα τα μνημόνια – και τα παλιά και το τρέχον. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις τα είχαν υποσχεθεί, ωστόσο ουδέποτε εμφάνισαν ένα σοβαρό σχέδιο δράσης, ικανό να πείσει τους δανειστές ότι υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις.
Οι εξαγγελίες για πάταξη της φοροδιαφυγής, της φοροαποφυγής και της φοροκλοπής ακούγονταν ευχάριστα στα αυτιά των πολιτών, όμως σε καμία περίπτωση, δεν πέρασαν από το πεδίο της ρητορικής στο πεδίο της πράξης. Τούτη η κυβέρνηση έχει επεξεργαστεί ένα πακέτο ισοδύναμων (το αποκάλυψε η «Εφ.Συν.» την Τρίτη) που από πρώτη ματιά μοιάζει αξιόπιστο.
Τα ισοδύναμα που σκέφτεται να εισηγηθεί η κυβέρνηση έχουν ταξικό προσανατολισμό, με την έννοια ότι μεταφέρουν μέρος των βαρών στους έχοντες.
Για να υλοποιηθούν όμως πρέπει να συμφωνήσουν οι πιστωτές, οι οποίοι, όπως έχουν δείξει μέχρι τώρα, δύσκολα αλλάζουν θέση, ιδιαίτερα μάλιστα αν τα ισοδύναμα θίγουν τις εύπορες ομάδες του πληθυσμού και ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων, τα συμφέροντα των οποίων θέλουν να προστατεύσουν.
Αλλωστε οι εκπρόσωποι αυτών των ομάδων -η εσωτερική τρόικα- ήταν, είναι και θα είναι, όσο υπάρχουν μνημόνια, οι προνομιακοί συνομιλητές των πιστωτών.
Το θέμα είναι καθαρά ιδεολογικό και δεν έχει να κάνει με τους οικονομικούς στόχους του προγράμματος.
Αποδείχτηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της επτάμηνης διαπραγμάτευσης ότι το βασικό μέλημα των εταίρων είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται. Αυτό ήταν το σκεπτικό τους όταν απέρριψαν το κείμενο των 47 σελίδων που κατέθεσε ο Τσίπρας στον Γιούνκερ.
Αν και παραδέχτηκαν ότι με την πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης πιάνονται οι στόχοι, αρνήθηκαν να την υιοθετήσουν γιατί περιελάμβανε, όπως είπαν, αντιαναπτυξιακές ρυθμίσεις, δηλαδή μέτρα που έπλητταν τις κερδοφόρες επιχειρήσεις.
Συνεπώς η κυβέρνηση οφείλει να είναι σοβαρή, με καλά προετοιμασμένη ατζέντα, πειθαρχημένη, με ενιαία γλώσσα, έτοιμη να συγκρουστεί αν χρειαστεί και βεβαίως να προσέλθει στις συζητήσεις έχοντας εξασφαλίσει συμμαχίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
■ Ασφαλιστικό: το πού το πάνε οι δανειστές είναι γνωστό. Μείωση των συντάξεων, αύξηση των ορίων ηλικίας, ενίσχυση του ρόλου των ιδιωτικών συνταξιοδοτικών σχημάτων και πολλά άλλα συναφούς περιεχομένου που θα πλήξουν τους ασφαλισμένους. Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη Βουλή έκανε λόγο για τη διατήρηση του αναδιανεμητικού χαρακτήρα του συστήματος με καθορισμένο επίπεδο παροχών και είναι επίσης θετικό ότι ο αρμόδιος υπουργός Γ. Κατρούγκαλος δεσμεύτηκε ότι δεν θα επιβληθούν οριζόντιες μειώσεις και ότι θα υπάρξει προστασία των μικρών συντάξεων.
Το πόρισμα της επιτροπής σοφών θα δοθεί στη δημοσιότητα σε λίγες μέρες και τότε θα δούμε τι ακριβώς μας περιμένει.
Πάντως οι ειδικοί επισημαίνουν ότι αν υιοθετηθεί το σουηδικό μοντέλο για το ασφαλιστικό (μην πάει το μυαλό σας στο ελκυστικό σκανδιναβικό υπόδειγμα του κοινωνικού κράτους των προηγούμενων δεκαετιών, εδώ πρόκειται για το σύστημα που εφαρμόστηκε στη Σουηδία, στη Χιλή και τις Βαλτικές χώρες), με το οποίο φαίνεται να ερωτοτροπούν οι πιστωτές, το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό (βλέπε άρθρο των Σάββα Ρομπόλη και Βασίλη Μπέτση στην «Εφ.Συν.» 5-10-2015).
■ Εργασιακά: μια κυβέρνηση που θέλει να λέγεται αριστερή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συναινέσει σε πολιτικές που στο όνομα της αύξησης της παραγωγικότητας καταργούν τις συλλογικές συμβάσεις, απελευθερώνουν τις ομαδικές απολύσεις, επιβάλλουν δραστικούς περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας, ανέχονται την απλήρωτη εργασία, καλύπτουν την ασυδοσία της εργοδοσίας και επιχειρούν να εδραιώσουν ένα καθεστώς μεσαίωνα στους εργασιακούς χώρους, που μετατρέπει τον εργαζόμενο σε παρία.
Στα θέματα αυτά η κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει και να κερδίσει τη συμπαράσταση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, των ευρωπαϊκών συνδικάτων, του Ευρωκοινοβουλίου αλλά και εκείνων των ελληνικών κομμάτων που δηλώνουν ότι ανήκουν στον προοδευτικό χώρο.
Αν η κυβέρνηση υποχωρήσει κι απ’ αυτές τις κόκκινες γραμμές, τότε, για να επανέλθουμε στην εισαγωγική παρατήρηση, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα μακροημερεύσει, γιατί θα έχει γίνει αυτό που ο Αλ. Τσίπρας κατηγόρησε το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι ότι είναι σήμερα, δηλαδή «ουρά του νεοφιλελευθερισμού».
