Η μη επιστροφή των επίορκων υπαλλήλων στην υπηρεσία είναι θέμα που φαίνεται να απασχολεί τους αρμόδιους υπουργούς, οι οποίοι με δηλώσεις τους σήμερα έβαλαν φρένο στα σχετικά σενάρια. Ο Παναγιώτης Κουρουμπλής και ο Γιώργος Κατρούγκαλος, μιλώντας στα μέσα, τόνισαν ότι ευθύνη για τις όποιες καθυστερήσεις έχει η διοίκηση που δεν λειτούργησε έγκαιρα και έγκυρα και ανέφεραν πως πλέον οι πειθαρχικές διαδικασίες θα πάρουν τον δρόμο τους.
Ο υπουργός Εσωτερικών, Παναγιώτης Κουρουμπλής προανήγγειλε ότι θα κατατεθεί στη Βουλή σχετική διάταξη που θα ρυθμίζει το ζήτημα των επιόρκων.
Αδυναμία της διοίκησης
Αφού τόνισε πως δεν θέλει να χρεώσει ευθύνες, υποστήριξε ότι η εικόνα που υπάρχει «αναδεικνύει την αδυναμία της διοίκησης να λειτουργήσει έγκυρα και έγκαιρα. Υπήρχε ένα χρονικό όριο που έπρεπε να γίνουν αυτές οι πειθαρχικές πράξεις, να ολοκληρωθούν. Δεν μπορούμε εδώ να μείνουμε έτσι».
Όπως είπε, έχει ήδη συνεννοηθεί με τον αναπληρωτή υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Χριστόφορο Βερναρδάκη και «πρέπει αμέσως να περάσουμε μία διάταξη. Δεν πρέπει να επιστρέψουν οι άνθρωποι αυτοί στις δουλειές τους, για να ολοκληρωθεί η διαδικασία των πειθαρχικών ποινών».
Και υποσχέθηκε πως πως μόλις ξεκινήσουν οι εργασίες της Βουλής, «θα καταθέσουμε σχετική διάταξη». Και για να καθησυχάσει τους πολίτες, είπε κατηγορηματικά πως οι επίορκοι «δεν πρέπει να επιστρέψουν» στο Δημόσιο.
Πειθαρχικά και ποινικά παραπτώματα
Ο υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος, από την πλευρά του, διαχώρισε τους κατηγορούμενους υπαλλήλους σε αυτούς που κατηγορούνται για πειθαρχικά και ποινικά παραπτώματα και σημείωσε πως σύμφωνα με τον νόμο θα γίνεται διάκριση μεταξύ των ποινικών υποθέσεων και των καταγγελιών για άλλα θέματα.
«Αν κάποιος κριθεί ότι μπορεί να είναι ύποπτος, προφυλακίζεται» επισήμανε και αναφέρθηκε στον νόμο που προβλέπει πως «όταν υπάρχουν αυτές οι περιστάσεις, υπάρχει και το μέτρο της προφυλάκισης και στέλνεται σε αργία. Εδώ δεν μιλάμε για ανθρώπους που έχουν κριθεί, αλλά για ανθρώπους που κατηγορούνται».
Ποινικές περιπτώσεις στη δικαιοσύνη
Σύμφωνα με τον υπουργό, «λογική του νόμου είναι από τη στιγμή που κάποιος κατηγορείται να τίθεται σε αργία από τον προϊστάμενό του, μόνο με την υπογραφή του κι όχι με πειθαρχικό συμβούλιο». Αυτό σημαίνει ότι στις ποινικές περιπτώσεις αναλαμβάνει η δικαιοσύνη και στις ελαφρότερες καταγγελίες κινεί τη διαδικασία το εκάστοτε πειθαρχικό συμβούλιο.
Το πρόβλημα με τις καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων προέκυψε, σύμφωνα με τον Γιώργο Κατρούγκαλο, όταν με τη συνταξιοδότηση του επικεφαλής των πειθαρχικών υπηρεσιών, διεκόπη η διεκπεραίωση των συμβουλίων, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν 900 περιπτώσεις.
«Ο χρόνος επαρκούσε, αν λειτουργούσε το σύστημα κανονικά, αλλά δεν λειτουργούσε», τόνισε και ξεκαθάρισε ότι πρόκειται για επαναφορά διάταξης η οποία ίσχυε ανέκαθεν και καταργήθηκε το 2011.
Πάσχει το σύστημα, όχι ο νόμος
«Το ζήτημα είναι να λειτουργούν τα πειθαρχικά κι όχι να σέρνονται οι υποθέσεις» συμπλήρωσε, για να διευκρινίσει πως γι’ αυτό τον λόγο «υπάρχει αλλαγή στον νόμο, ώστε να προχωρά πιο γρήγορα η δικαιοσύνη».
«Οι “καραμπινάτες” περιπτώσεις, ο νόμος λέει ότι πρέπει να μένουν εκτός υπηρεσίας. Η αργία είναι αυτοδίκαιη. Αν κάποιος είναι παιδεραστής, δεν θα επιστρέψει στο σχολείο. Όλες οι άλλες περιπτώσεις, πρέπει να κριθούν» τόνισε. Και επισήμανε πως δεν είναι θέμα του νόμου, αλλά «παραβιάστηκε ο νόμος. Πάσχει το σύστημα, όχι η νομική σύλληψη».
