Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σήμερα είναι η ελληνική μέρα για το 68ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο. Κάνουν την πρώτη τους προβολή και οι δύο ταινίες μας. Στα επίσημα διαγωνιστικά τμήματα της διοργάνωσης. Το «Chevalier» της Αθηνάς Τσαγγάρη με τις μεγάλες. Το «Yellow Fieber» της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη με τις μικρές.

Συνηθισμένες και οι δύο σκηνοθέτιδες στα μεγάλα φεστιβάλ. Κι αν για την Αθηνά Τσαγγάρη του «Attenberg» ξέρουμε σχεδόν τα πάντα, η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη μάς έκανε τα δύο τελευταία χρόνια να την προσέξουμε ιδιαίτερα. Εχουν σταρ και οι μικρού μήκους ταινίες. Η νεαρή απόφοιτος της Φαρμακευτικής και του Τμήματος Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου εμφανίστηκε νωρίς νωρίς στα κινηματογραφικά σαλόνια.

Η ταινία της «Washingtonia» έκανε την πρεμιέρα της πέρυσι στο Φεστιβάλ Βερολίνου, διεκδικώντας τη Χρυσή Αρκτο για τις μικρού μήκους, ενώ βραβεύτηκε και από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου ως η καλύτερη της χρονιάς.

Και ήρθε τώρα το «Yellow Fieber» για να την ταξιδέψει στο όμορφο Λοκάρνο. Αλλά και να «επισημοποιήσει» -όσο είναι ποτέ αυτό δυνατόν- τον κινηματογραφικό της κόσμο. Ιδιαίτερο, πρωτότυπο, σαν να βλέπεις παραμύθια και παραβολές. Αν στο «Washingtonia», μια άλλη λέξη για μια άλλη Αθήνα, υπήρχαν καμηλοπαρδάλεις με μεγάλη καρδιά, στο «Yellow Fieber» η Αθήνα καλύπτεται ξαφνικά από μια παράξενη κίτρινη σκόνη.

Οι άνθρωποι στην αρχή την παίρνουν για θειάφι, αλλά λίγες ώρες μετά ξεσπάει επιδημία κίτρινου πυρετού. Εξ ου και ο τίτλος της ταινίας. Fieber, μου εξηγεί η Κωνσταντίνα, είναι ο πυρετός στα γερμανικά, μια λέξη στα αγγλικά, μια στα γερμανικά, ωραίο παιχνίδι. Εχει όμως και συνέχεια η ταινία. Ας μας την πει η ίδια η σκηνοθέτις.

«Ξεκινάω με την αφήγηση ενός παραμυθιού. “Θα σου αφηγηθώ μια ιστορία μικρή και μια μεγάλη που προκύπτει από τη μικρή, κάποτε υπήρξε μια πόλη, η πόλη αυτή είχε έναν καλό βασιλιά και οι κάτοικοί της ζούσαν ευτυχισμένοι, μια μέρα όμως κάτι άλλαξε…”.

Το “Yellow Fieber” μιλάει για την ιστορία μιας πόλης, όπου ξέσπασε η επιδημία του κίτρινου πυρετού και η επιδημία του φόβου. Οι κάτοικοι θάφτηκαν ζωντανοί και όσοι πρόλαβαν εγκατέλειψαν. Τελικά η πόλη δεν άντεξε, μεταμορφώθηκε σε φοινικόδασος. Απέμεινε μόνο ο βασιλιάς. Μόνος», μας λέει η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη.

Για να γράψει το σενάριο εστίασε σε δύο χαρακτήρες, που τους είχε πρωτογνωρίσει στο «Washingtonia». «Είναι σαν το “Yellow Fieber” να είναι η συνέχειά του κατά κάποιο τρόπο, με μια άλλη διάθεση για πειραματισμό. Κλείνει με αρχειακά πλάνα του ALPHA, που δείχνουν την Αθήνα να καταρρέει κάτω από την κίτρινη σκόνη», λέει. «Αλλά η ταινία επίσης έχει να κάνει με την ίδια την ταύτιση.

Ο αφηγητής μεταμορφώνεται ξαφνικά σε βασιλιά του παραμυθιού κι έπειτα σε περίεργο πλάσμα από το παρελθόν που κάποιος το αναζητά και, τέλος, σε μια πόλη που πεθαίνει. Η ζωή ενός ανθρώπου μπορεί να είναι το όνειρο ή ο φόβος ενός άλλου ανθρώπου, που φοβάται ή ονειρεύεται».

• Θα αντέξει μέσα σας αυτό το είδος σινεμά, όσο πορεύεστε προς μια μεγάλου μήκους ταινία;

«Σε κάθε ταινία νομίζω ότι δοκιμάζομαι σε κάτι πολύ διαφορετικό. Οσο πλησιάζω προς τη μεγάλη φόρμα γίνομαι πιο σίγουρη για αυτά που δεν θέλω να κάνω και όχι για αυτά που θέλω».

• Ποια είναι, όμως, η σχέση σας με τον ρεαλισμό;

«Αυτή η ψευδαίσθηση έχει αντικατασταθεί μέσα μου από μια επίγνωση. Οτι η ίδια η αντιγραφή δημιουργεί τον ρεαλισμό, τον ρεαλισμό στον οποίο ο καθένας μας αισθάνεται άνετα και εκφράζεται… Σε ένα πεζό του ο Μπόρχες γράφει… ένας άνθρωπος βάζει σκοπό να αντιγράψει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, καράβια, νησιά, ψάρια, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι δεν έχει φτιάξει παρά την εικόνα του προσώπου του. Νομίζω, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, συνέχεια γυρνάμε γύρω από το πρόσωπό μας και οι ταινίες μας γύρω από αυτό γυρνάνε».

• Τι προσφέρουν τα μεγάλα φεστιβάλ σε έναν νέο κινηματογραφιστή; Απλώς δημοσιότητα ή και επαφές που διευκολύνουν την επόμενη παραγωγή του;

«Καλώς ή κακώς, αν η ταινία πάει σε ένα μεγάλο φεστιβάλ συνήθως έπειτα αρχίζει και ένας μεγάλος κύκλος προβολής της. Βρίσκει ένα διεθνές κοινό, αν σκεφτείτε ότι ο κατ’ εξοχήν χώρος διακίνησης μιας μικρού μήκους ταινίας είναι οι φεστιβαλικές αίθουσες. Λόγω των film markets η ταινία προωθείται ανεξάρτητα από σένα και πολλά άλλα φεστιβάλ γνωρίζουν τη δουλειά σου.

Αυτό σε διευκολύνει κάπως από το να τη στέλνεις από μόνος σου, ασχολία πολύ μοναχική και χρονοβόρα. Επίσης, γνωρίζεις κόσμο από την κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά νομίζω ότι αυτό δεν είναι αρκετό, σε κάθε περίπτωση πρέπει να τους αρέσει η δουλειά σου. Για την επόμενη ταινία μου μικρού μήκους έχω βρει ήδη συμπαραγωγούς από τη Γαλλία. Ωστόσο και η συμπαραγωγή δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα. Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων δεν μπορείς να το ξοδέψεις στη χώρα σου, οπότε πιθανώς καταλήγει πολλές φορές σε κάτι ασύμφορο».

Info:

Πρωταγωνιστούν οι Μαμαντού Ντιάλο και Ευτυχία Στεφανίδου. Παραγωγή: Αρτεμις Παττακού, Γιώργος Ζώης, Squared Squared, με την υποστήριξη του ΕΚΚ και των 2/35 και DNA Lab.