Παραμονές της σύναψης της συμφωνίας, που θα περιλαμβάνει κατάργηση φοροαπαλλαγών στους αγρότες και άλλα σχετικά βάρη, ο πρωθυπουργός επέλεξε να υλοποιήσει μία εκ των εξαγγελιών του στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης και να προχωρήσει σε μια κίνηση συμβολικού χαρακτήρα, που μπορεί να αποδειχτεί επικοινωνιακό ατού. Σε σύσκεψη που συγκάλεσε, εισηγήθηκε την άμεση κατάθεση νομοσχεδίου με το οποίο θα επιβληθούν περικοπές στις απολαβές των βουλευτών, των μελών της κυβέρνησης και των διοικούντων ΔΕΚΟ και ανεξάρτητων αρχών.
Ο Αλέξης Τσίπρας, σύμφωνα με πληροφορίες, είπε στους συναρμόδιους αναπληρωτές υπουργούς, Χριστόφορο Βερναρδάκη και Δημήτρη Μάρδα, παρόντος του γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου, Σπύρου Σαγιά, ότι τη στιγμή που «στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μπαίνει το ζήτημα της κατάργησης των φορολογικών εξαιρέσεων που ισχύουν για τους αγρότες, δεν μπορούμε να κάνουμε τους δήθεν αδιάφορους για τις φορολογικές εξαιρέσεις που ισχύουν για εμάς τους ίδιους». Ο πρωθυπουργός σημείωσε μάλιστα ότι «το πολιτικό σύστημα οφείλει να ανταποκρίνεται στο κοινό αίσθημα» και, μιλώντας για το συμβολικό περιεχόμενο της κίνησης, υπογράμμισε ότι «η πρωτοβουλία αυτή δεν επιβάλλεται από την τρέχουσα διαπραγμάτευση, αλλά από την υποχρέωση του πολιτικού συστήματος να μην εξαιρεί τον εαυτό του από τα μέτρα τα οποία λαμβάνει».
Εξερχόμενος του μεγάρου Μαξίμου ο αναπληρωτής υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Χριστόφορος Βερναρδάκης, ανέφερε ότι «δεν μπορεί να υπάρξει εξαίρεση του πολιτικού προσωπικού, και μάλιστα του ανώτερου πολιτικού προσωπικού, τη στιγμή που ο λαός βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Επομένως πρέπει να δούμε μια συνολική μείωση των αποδοχών και των προνομίων που απολαμβάνει το κεντρικό πολιτικό προσωπικό της χώρας».
Το νομοσχέδιο ουσιαστικά απλοποιεί το σύστημα φορολόγησης των βουλευτών. Μέχρι πρότινος η βουλευτική αποζημίωση υπαγόταν σε φορολόγηση κατά το 75% του ποσού, ενώ η αποζημίωση συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές επιτροπές ήταν αφορολόγητη. Ωστόσο, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις που ο συγκεκριμένος κανόνας δεν τηρούνταν, εξαιτίας του πολύπλοκου φορολογικού συστήματος που ισχύει για τους βουλευτές. Με το νομοσχέδιο της κυβέρνησης καταργούνται τα πάσης φύσεως φορολογικά προνόμια, αφού θα επιβληθεί φορολόγηση στη βουλευτική μηνιαία αποζημίωση και την αποζημίωση συμμετοχής στις κοινοβουλευτικές επιτροπές στο σύνολό τους, σύμφωνα με όσα ισχύουν για τη φορολογία των φυσικών προσώπων.
Υπολογίζεται μάλιστα ότι με την κατάργηση του αφορολογήτου η βουλευτική αποζημίωση θα μειωθεί κατά 20%. Θα εξαιρείται της φορολόγησης το ποσό των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων (δηλαδή το επίδομα οργάνωσης γραφείου, το επίδομα κίνησης και το επίδομα διαμονής) που δικαιολογούνται βάσει των απαιτούμενων παραστατικών ως δαπάνη.
Οι εξωκοινοβουλευτικοί
Οι μηνιαίες αποζημιώσεις των μη κοινοβουλευτικών υπουργών, αναπληρωτών υπουργών, υφυπουργών, καθώς και των γενικών και ειδικών γραμματέων των υπουργείων μειώνονται κατά 15%.
Παράλληλα, στις αποδοχές των διοικητών και των μελών των διοικητικών συμβουλίων των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών μπαίνει πλαφόν, αφού οι απολαβές τους δεν θα μπορούν να ξεπερνούν το 80% της αποζημίωσης που λαμβάνει ένας μη κοινοβουλευτικός υπουργός. Τέλος, η μηνιαία αποζημίωση των προέδρων και μελών διοικητικών συμβουλίων ή ανεξάρτητων διοικητικών αρχών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις μηνιαίες αποδοχές του προέδρου του Αρείου Πάγου.
Οπως ανέφερε η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου «οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συντελούν ουσιωδώς στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών εν γένει στο πολιτικό σύστημα, στη διεύρυνση της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, στην τόνωση της εθνικής ομοψυχίας και στην ενδυνάμωση της σχέσης πολιτών και πολιτικού προσωπικού της χώρας».
Ποιο θα είναι όμως το συνολικό δημοσιονομικό όφελος από τη συγκεκριμένη ρύθμιση; Ο αναπληρωτής υπουργός, αρμόδιος για το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, παρέπεμψε στην ίδια την εποπτεύουσα υπηρεσία για να αποφανθεί επ’ αυτού. «Το δημοσιονομικό όφελος θα υπολογιστεί στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και θα ανακοινωθεί», δήλωσε ο Δημήτρης Μάρδας.
