Ο μουσικός-ντίβα Ρούφους Γουέινραϊτ. Ο κινηματογραφιστής και εικαστικός Φραντσέσκο Βετζόλι, γνωστός για τα έργα βίντεο που σατιρίζουν τη διασημότητα. Η φωτογράφος-χαμαιλέων Σίντι Σέρμαν. Τρεις σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής μας, τρία διαφορετικά καλλιτεχνικά πεδία. Κι ανάμεσά τους η απόλυτη σταρ της όπερας: η Μαρία Κάλλας. «Prima Donna» είχε τίτλο η όπερα που παρουσίασε το 2009 ο Νεοϋορκέζος σταρ της ποπ, βασιζόμενος σε λόγια και εικόνες της μεγαλύτερης τραγουδίστριας στην οπερατική ιστορία. Σήμερα, έξι χρόνια μετά, αφού επιστράτευσε τους δύο παραπάνω πρωτοπόρους καλλιτέχνες, επιχειρεί μια νέα «oπτική» -όπως την ονομάζει- αφήγηση του έργου του.
Την περιμένουμε στο Ηρώδειο στις 15 Σεπτεμβρίου, αφού πρώτα πάρει έγκριση από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Πρόκειται για παραγωγή του Ελληνικού Φεστιβάλ (που όμως λόγω ημερομηνιών δεν εντάχθηκε στον καλοκαιρινό βασικό κορμό του). Στο πρώτο μέρος της βραδιάς θα δούμε αυτό το νέο έργο που προέκυψε από τη σπουδή των τριών καλλιτεχνών πάνω στην ομώνυμη όπερα του Ρούφους και το οποίο συνδυάζει μουσική, βίντεο και φωτογραφία. Ενώ στο δεύτερο μέρος ο ίδιος ο Ρούφους Γουέινραϊτ θα ερμηνεύσει γνωστά δικά του κομμάτια. «Είναι ένα έργο που αφορά όσους ασχολούνται κι αγαπούν την όπερα τα τελευταία 200 χρόνια, αλλά κι εκείνους που δεν έχουν ξανακούσει», λέει ο μουσικός.
Μεγάλη πρόκληση υπήρξε η αναμέτρηση με την Κάλλας και για τη σπουδαία Σίντι Σέρμαν. Αυτή την εμπνευσμένη γυναίκα που άλλοτε με διασκεδαστικό, άλλοτε με προκλητικό και πάντα με σχολιαστικό τρόπο καταφέρνει επί τέσσερις δεκαετίες να φωτογραφίζει τον εαυτό της (πριν καν ανακαλυφθούν οι selfies), δημιουργώντας πορτρέτα που δίνουν την αίσθηση ενδοσκόπησης. Είναι αδιαμφισβήτητα από τις φυσιογνωμίες που καθόρισαν την ποπ κουλτούρα και την αμερικανική κοινωνία. «Από όλους τους μεταπολεμικούς καλλιτέχνες, η Σίντι έχει διερευνήσει την ανθρώπινη ταυτότητα σε όλες τις πτυχές της με τον βαθύτερο τρόπο. Δεν έχω απλώς προσδοκίες. Εχω τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού», σχολίασε πρόσφατα ο Φραντσέσκο Βετζόλι για τη συνεργάτιδά τους.
Με καταγωγή από την Μπρέσια, ο 44χρονος Ιταλός, που συχνά συγκρίνεται με τον Τζεφ Κουνς και τον Χάιμ Στάινμπαχ, έχει δει έργα του στο Ιδρυμα Πράντα του Μιλάνου, στην Μπιενάλε της Βενετίας, στην Tate Modern του Λονδίνου, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Στοκχόλμης, στο Kunsthalle της Βιέννης, στο Garage της Μόσχας και φυσικά στην Γκαγκόσιαν, που τον εκπροσωπεί. Ενώ, στη λίστα με τις ιδιαίτερες συνεργασίες του συναντά κανείς τους πιο ετερόκλητους καλλιτέχνες: από τις Κάρτνεϊ Λοβ, Κέιτ Μπλάνσετ και Ελεν Μίρεν ώς τη Μίλα Γιόβοβιτς και τη Lady Gaga.
Από τη στιγμή που μάθαμε πως οι ντίβες και οι καλλιτέχνες-μύθοι της σύγχρονης κοινωνίας (από την Τζούντι Γκάρλαντ μέχρι την Ντέμπι Χάρι) είναι η μεγάλη αδυναμία του Ρούφους Γουέινραϊτ, ήταν θέμα χρόνου να συναντηθεί ο δρόμος του με τη Μαρία Κάλλας. «Η λατρεία για τις ντίβες είναι τόσο ριζωμένη στην ομοφυλοφιλική εμπειρία. Κάθε τέτοια προσωπικότητα ήταν πάντα ελκυστική όχι λόγω της φυσικής ομορφιάς αλλά λόγω ταλέντου, δυναμικής, χαρακτήρα, ύφους και επιρροής. Στην Κάλλας, για παράδειγμα, αγαπώ τον τρόπο που αγωνίστηκε για την επιβίωσή της. Αυτή είναι μια ποιότητα που όλες οι ντίβες πρέπει να διαθέτουν!» έχει στο παρελθόν δηλώσει.
«Η Μαρία είμαι εγώ και η μαμά μου»
Βασική έμπνευση για τον Ρούφους υπήρξαν οι συνεντεύξεις που έδωσε η σοπράνο το 1968 στον Λορντ Χέργουντ (σε μια περίοδο μεγάλης θλίψης) αλλά και οι περίφημες φωτογραφίες της όπου κοιτά από το παράθυρο του σπιτιού της στο Παρίσι. Το «Prima Donna» έχει γαλλικό λιμπρέτο (γιατί έτσι θεωρούσε ότι δένει η σκέψη του με τις μελωδίες που συνέθεσε) και παρουσιάζει μια ντίβα της κλασικής, που γερνά αλλά συγχρόνως ετοιμάζει την επιστροφή της στη σκηνή. «Ο πρωταγωνιστικός ρόλος δεν χτίστηκε πάνω στην Κάλλας μόνο. Περισσότερο μοιάζει με ένωση της Μαρίας, του εαυτού μου, της μητέρας μου, της θείας μου, ακόμα και της αδελφής μου».
H όπερα τριγύριζε στο μυαλό του από το 2007 και τελικά δύο χρόνια μετά έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ του Μάντσεστερ (αργότερα ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε από την Decca). «Ανεξάρτητα από το πόσο είσαι εκπαιδευμένος, πόσο γνωρίζεις το αντικείμενό σου ή πόσο σου ταιριάζει αυτό που κάνεις, οι παραστάσεις πάντα απορροφούν κάθε κύτταρό σου», είχε πει στο BBC σχετικά με τη δημιουργία του, η οποία ήταν μοντέρνα, αλλά και μελοδραματική. «Δεν είναι ποτέ εύκολο. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος στην τέχνη, πόσο μάλλον στην όπερα, που αποτελεί μια πλήρη σωματική και πνευματική εμπειρία».
Πάντως, αν κρίνουμε από τις ενθουσιώδεις κριτικές που γράφτηκαν, τότε ο Ρούφους που -ως γνωστόν- ξέρει πώς να πλέκει ιστορίες τα κατάφερε. Οι Times του Λονδίνου αποκάλεσαν το έργο «ένα ερωτικό τραγούδι για την όπερα», η Manchester Evening News διαπίστωσε ότι είναι «συναρπαστικό» και οι New York Times «αφοπλιστικά όμορφο».
