Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για άλλη μία φορά οι Latinitas Nostra και ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος παρουσίασαν μια άκρως εκκεντρική πρόταση. Υστερα από τον «Αγγλο ταξιδευτή στο Λεβάντε» (Φεστιβάλ Αθηνών 2013) και το πιο πρόσφατο «…αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα» (Ωνάσειο, 2015), όπου συνδύασαν με ευφάνταστο τρόπο ακούσματα από το μπαρόκ και τη σύγχρονή του Ανατολή, τώρα προχώρησαν ακόμη ένα βήμα παραπέρα: ανέβασαν σκηνικά το ορατόριο του Στραντέλα «Αγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής».

Στο ανέβασμα επενδύθηκαν έμπνευση, πολλή δουλειά και ικανή δαπάνη. Συμμετείχαν δωδεκαμελές σύνολο μπαρόκ και παραδοσιακής μουσικής, πέντε μονωδοί, πέντε ηθοποιοί και 14μελής, μεικτή ομάδα κομπάρσων. Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο Νίκος Καραθάνος, ενώ το όλο διηύθυνε ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος. Η παραγωγή παρουσιάστηκε για τρεις βραδιές στο μικρής χωρητικότητας θέατρο «Κάρολος Κουν» (29 & 30/6 και 1/7). Την είδαμε με έντονο ενδιαφέρον αποκομίζοντας, ωστόσο, ανάμεικτες εντυπώσεις.

Αισθησιακό μουσικό κοκτέιλ

Το συγκεκριμένο ορατόριο του Στραντέλα γράφτηκε κατά παραγγελία της αδελφότητας του ναού του Αγίου Ιωάννη των Φλωρεντινών στη Ρώμη. Ακούστηκε για πρώτη φορά την Κυριακή των Βαΐων του 1675. Αυτονόητα και απαρέγκλιτα προσαρμοσμένο στα ζητούμενα της περίστασης, πρόκειται για έργο με διδακτικό, ηθικοπλαστικό χαρακτήρα, διατυπωμένο στη μουσική αισθητική του ιταλικού μπαρόκ.

Μουσικά, η παράσταση κινήθηκε σε ένα πεδίο εμπνευσμένα διευρυμένης αναβίωσης του πρωτοτύπου, που εμπλουτίστηκε με «σφήνες» τροπικών ακουσμάτων.

Οχι ανάρμοστο, ούτε ξένο προς τις καταβολές και τη λογική του μπαρόκ, το ακρόαμα περιλάμβανε εξαίσιο παίξιμο και ωραίο ήχο με στίγμα ιστορικής ερμηνευτικής όσον αφορά τη μουσική του Στραντέλα και ποικίλης διάρκειας εμβόλιμα/σχόλια ανατολίτικης μουσικής. Ανάμεσα στα δεύτερα ξεχώρισε μια σειρά παραλλαγών του ρεμπέτικου «Μισιρλού» (1927/41), που, αυτονομούμενες ως εκτενής «Χορός των επτά πέπλων», ξεκίνησαν αργά και επιταχύνθηκαν καταλήγοντας σε «Βακχικό όργιο».

Εννοείται ότι στο ορατόριο του Στραντέλα δεν περιλαμβάνεται αντίστοιχο μουσικό μέρος.

Τους τέσσερις βασικούς ρόλους απέδωσαν πολύ καλά μονωδοί όπερας. Τον επώνυμο ρόλο, προοριζόμενο κατά τις συμβάσεις του μπαρόκ για κοντράλντο ή κόντρα-τενόρο, απέδωσε με προσεκτικά διατυπωμένη φραστική, μαλακιά, γλυκιά φωνή και ταιριαστά απόκοσμη απάθεια ο Νίκος Σπανός. Τον εκτενή, δραματικά πολύπλευρο ρόλο του Ηρώδη, κεντρικό στο ηθικοπλαστικό ορατόριο του Στραντέλα, τραγούδησε με στεντόρεια φωνή, δεξιοτεχνική επάρκεια και σκηνική άνεση ο βαρύτονος Μάριος Σαραντίδης.

Στους δύο γυναικείους ρόλους απολαύσαμε τις υψιφώνους Μυρσίνη Μαργαρίτη και Μαρία Παλάσκα. Με φωνές ταιριαστά διαφοροποιημένες –φωτεινή, ανάλαφρη, ευκίνητη της κόρης, πιο μεστή, σκούρα, στριγκή της μάνας- οι δύο τραγουδίστριες απέδωσαν πολύ καλά την έντονα θεατρική μουσική που έγραψε γι’ αυτές ο Στραντέλα και, επιπλέον, υποστήριξαν άρτια τους ρόλους τους σκηνικά. Τέλος, τον σκηνικά και φωνητικά συμπληρωματικό ρόλο του Συμβούλου τραγούδησε καλά ο τενόρος Τζέισον Ντάρνελ.

Βιάζοντας τον κόσμο του μπαρόκ

Σκηνικά, ο Νίκος Καραθάνος «έκαψε» την πρώτη συνάντηση του ελληνικού κοινού με το έργο, διαπλάθοντας μια –ας την πούμε μεταμοντέρνα- προσέγγιση, ξένη έως εχθρική προς τις αισθητικές προθέσεις του Στραντέλα και τα συμφραζόμενα του ορατορίου του. Πρώτα απ’ όλα μετέθεσε το επίκεντρο ενδιαφέροντος από τον Ιωάννη στη Σαλώμη. Εστησε μια παράσταση μεταγενέστερων αναφορών, παραπέμποντας στον ώριμο 19ο αιώνα, στο κίνημα του Συμβολισμού, στην εικονογραφία της «παρακμής» και του εκφυλισμού και, βέβαια, στη «Σαλώμη» του Ρίχαρντ Στράους.

Αξιοποιώντας το σαν χαρέμι οριενταλιστικό σκηνικό της Ελλης Παπαγεωργοπούλου, ο Καραθάνος παρουσίασε ένα τσίρκο εκφυλισμένων χαρακτήρων: έναν υπερτραφή, νοσηρά ηδυπαθή Ηρώδη, μια χίπισσα (;!) Ηρωδιάδα, έναν Ανατολίτη σαλό Ιωάννη, μια αισθησιακή, ημίγυμνη Σαλώμη, έναν Σύμβουλο/κονφερανσιέ.

Τους πρωταγωνιστές πλαισίωσε με έναν ολόκληρο, εφευρημένο χορό συμπληρωματικών, βωβών χαρακτήρων: δύο ομάδες ημίγυμνων ερωτικών ανδρών και γυναικών, που αξιοποίησε κατά το αναμενόμενο στο βακχικό όργιο, και ένα κουαρτέτο «ταπεινών» χαρακτήρων αποτελούμενο από μια γυναίκα νάνο, έναν νέγρο υπηρέτη, έναν άνδρα με κινητικό πρόβλημα και έναν άγγελο με μορφή ηλικιωμένης μάνας.

Συνεχώς ενεργοί επί σκηνής, όλοι αυτοί (υποτίθεται ότι) οπτικοποιούσαν/σχολίαζαν τα διάφορα επίπεδα και υπονοούμενα της δράσης˙ στην πράξη έδωσαν μια δεύτερη, πλήρη, κυρίαρχα κινητική παράσταση-μέσα-στην-παράσταση υποσκελίζοντας το καθαυτό ορατόριο.

Ασυζητητί, κάθε καλλιτέχνης πρέπει να είναι ελεύθερος να ξεδιπλώσει την άποψή του. Ωστόσο, ο ίδιος ο Καραθάνος, σε πρόσφατη συνέντευξή του, ομολόγησε ότι το θέμα «ορατόριο» ελάχιστα τον ενδιαφέρει…. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό στο Φεστιβάλ Αθηνών: ομοίως ουδόλως ενδιέφερε τον Θωμά Μοσχόπουλο η υπόθεση του «Ταμερλάνου», που σκηνοθέτησε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2006….

Ομως, υπάρχει θέμα σκηνοθετικής τιμιότητας: ή αντιμετωπίζεις κάτι που σε ενδιαφέρει ως αυτό που είναι ή, καλύτερα, άφησέ τo στην ησυχία του. Ειδικά σε περιπτώσεις έργων που το κοινό παρακολουθεί για πρώτη φορά, υπάρχουν πολλοί που τα γνωρίζουν και έρχονται να τα απολαύσουν γι’ αυτό που ακριβώς και κυρίως είναι.

Σε αυτή την περίπτωση το να αντιμετωπιστούν τα ανεβάσματά τους ανενδοίαστα ως αφορμή για να προβάλει ο σκηνοθέτης αυθαίρετα τα δικά του οράματα συνιστά απλώς πράξη καλλιτεχνικής αυθάδειας˙ κάτι τελείως διαφορετικό από την καλλιτεχνική ελευθερία. Κι ας μη μου καταλογιστεί συντηρητισμός…