H συμφωνία με τους θεσμούς που αναγκάστηκε να υπογράψει η κυβέρνηση ανέδειξε το δίλημμα ευρώ ή δραχμή ή, στην καλύτερη εκδοχή, το σενάριο «συμφωνία ή άτακτη χρεοκοπία». Τις μέρες μετά το δημοψήφισμα δεν αναδύθηκε το υπαρκτό ερώτημα «ευρώ ή δραχμή», γιατί στόχος της κυβέρνησης δεν ήταν η ρήξη με τους εταίρους. Απλώς η κυβέρνηση ήθελε να χρησιμοποιήσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Μετά όμως το 62% του δημοψηφίσματος ενισχύθηκε η τάση που θεωρούσε, και θεωρεί ακόμα και σήμερα, ως εναλλακτική επιλογή την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση -και προσωπικά ο πρωθυπουργός- επέλεξε τη συμφωνία, γιατί η μοναδική εναλλακτική λύση ήταν η άτακτη χρεοκοπία, οι υποστηρικτές της επιστροφής στη δραχμή εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι το εθνικό νόμισμα είναι η πιο επικερδής εναλλακτική λύση σε σχέση με ό,τι έχει συμφωνηθεί.
H «δαιμονοποίηση» του ευρώ αποπροσανατολίζει όμως τον κόσμο από τα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, δίνοντας, από την άλλη, συγχωροχάρτι στις κυβερνήσεις του παλαιού συστήματος για τις παθογένειες και την πολιτική που ακολούθησαν τα προηγούμενα χρόνια.
Είναι λάθος να ταυτίζουμε τα Μνημόνια με το ευρώ. Η αποτυχία των Μνημονίων είναι ριζικά διαφορετικό θέμα από την υιοθέτηση του ευρώ. Το ευρώ δεν είναι απλώς ένα νόμισμα, αλλά ένα διαβατήριο συμμετοχής στον ευρωπαϊκό πυρήνα και, πέρα από τις διαστάσεις οικονομικής υφής, έχει έντονα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά.
Ο αποπροσανατολισμός των υποστηρικτών της δραχμής είναι προφανής: Ετσι λοιπόν, για τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν φταίνε η φοροδιαφυγή, οι χρόνιες ανισορροπίες της οικονομίας, η έλλειψη μιας αναπτυξιακής στρατηγικής ή οτιδήποτε σχετικό, αλλά το ευρώ. Δεν φταίει η διαπλοκή και η διαφθορά, αλλά φταίνε το ευρώ. Δεν φταίει η στρεβλή ανάπτυξη, αλλά φταίνε το ευρώ και η ευρωζώνη!
Η πρόταση εξόδου από την ευρωζώνη είναι το άλλοθι για να μην αντιμετωπίσουμε την πραγματική εικόνα της οικονομίας και τις δυσλειτουργίες της. Είναι μια έκφραση βολέματος και δειλίας, γιατί δεν οδηγεί σε μετωπική σύγκρουση με το σημερινό κατεστημένο και τα συντεχνιακά συμφέροντα, αλλά μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον και σε ένα άλλο περιβάλλον.
Το ευρώ δεν μπορεί να αποτελεί το άλλοθι για αναβολή στην αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων στην κοινωνία, την οικονομία, τις επιχειρήσεις και τον δημόσιο τομέα. Οσοι μεταθέτουν τη σύγκρουση στο «ιδανικό περιβάλλον της δραχμής» απλώς εθελοτυφλούν και φυγοπονούν.
Τέλος, όσο μένει ανοιχτό το θέμα του «εφικτού της δραχμής», η κυβέρνηση δεν μπορεί να ασκήσει την πολιτική της με αποτελεσματικό τρόπο. Δεν θα μπορεί να πάρει δύσκολες αποφάσεις ούτε να δώσει λύσεις, γιατί θα σέρνεται ο εξής αντίλογος: «Αν είχαμε πάει στη δραχμή θα είχαμε λύσει όλα τα προβλήματά μας».
Οσοι βέβαια υποστηρίζουν τα ανωτέρω, ας δώσουν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα οφέλη και το κόστος της επιλογής τους υπέρ της δραχμής. Προς το παρόν αρκούνται σε υποθέσεις, σενάρια που φαίνεται ότι θα συμβούν, εξωραΐζοντας μια εικόνα που δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Η οδυνηρή όμως πραγματικότητα της δραχμής σκιαγραφείται στο παρελθόν της ελληνικής οικονομίας.
Αναλυτικότερα, επί δραχμής (1974-2000), οι υποτιμήσεις/διολισθήσεις της δεν βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων κατά τα προβλεπόμενα (Βλ. Μάρδας «Η δραχμή και ο μύθος της ανταγωνιστικότητας» στο http://www.reporter.gr/Apopseis/Apo-thesews/Dhmhtrhs-Mardas/item/193797-Drachmh-kai-o-mythos-ths-antagwnistikothtas.
Επίσης, δεν οδήγησαν σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ τα υψηλά ελλείμματα των κρατικών προϋπολογισμών -στο όνομα της ρευστότητας- πυροδοτούσαν τον πληθωρισμό, εισάγοντας παράλληλα ένα κλίμα επενδυτικής αβεβαιότητας, υψηλά επιτόκια δανεισμού και ενισχύοντας τέλος το πελατειακό κράτος (Βλ. αναλυτικότερα Μάρδας, «Plan B. Τραγικά λάθη και παραλείψεις», στο http://www.capital.gr/story/1912532.). Ετσι, με εύκολες λύσεις έβρισκαν τις διεξόδους που ήθελαν οι τότε κυβερνήσεις, μέσα λοιπόν από ελλειμματικούς κρατικούς προϋπολογισμούς και την άφθονη προσφορά δραχμών.
Ολα αυτά, που κάποιοι τα ζήσαμε τότε, αίφνης ξεχάστηκαν σήμερα! Οσοι δεν τα έζησαν, όμως, καιρός είναι να τα μελετήσουν.
Το «σενάριο της δραχμής» θα αποτελεί μόνιμη τροχοπέδη και ανασταλτικό παράγοντα αντιμετώπισης κάθε δύσκολου προβλήματος. Θα παρουσιάζεται σαν πανάκεια για κάθε πρόβλημα και θα ακυρώνει ακόμα και τις θετικές κινήσεις της κυβέρνησης.
Δεν είναι το ευρώ που δημιουργεί τα ελλείμματα, τις σπατάλες στον δημόσιο τομέα ή την απουσία επενδυτικού προγράμματος για την ανάπτυξη της οικονομίας. Είναι η πολιτική που συχνά επιζητά εύκολες λύσεις, οι οποίες όμως, όταν χάσουν το μέτρο και κάνουν λάθη, είναι άκρως επιζήμιες.
*αν. υπουργός Οικονομικών
