Το μονοπάτι που θα διαβεί η κυβέρνηση μέσα στο γεμάτο παγίδες πεδίο των ευρωπαϊκών οργάνων αναζητούσαν τα κορυφαίοι στελέχη της τα περασμένα 24ωρα, αποσκοπώντας στο να σημειωθούν θετικές εξελίξεις στις χθεσινές συνεδριάσεις στις Βρυξέλλες.
Η ελληνική κυβέρνηση στις πολύωρες συνεδριάσεις του πρωθυπουργού με τα στελέχη του Μαξίμου και του οικονομικού επιτελείου αποφάσισε ότι δεν πρέπει να χαθεί η παραμικρή ευκαιρία για μια ευοίωνη κοινή δήλωση από τους επικεφαλής των θεσμών και τους ηγέτες των χωρών της ευρωζώνης.
Πράγματι, οι Νίκος Παππάς, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Γιάννης Δραγασάκης και Γαβριήλ Σακελλαρίδης, υπό την εποπτεία του Αλέξη Τσίπρα και του Γιάνη Βαρουφάκη, σχημάτισαν τις τελικές βελτιωτικές προτάσεις επί συγκεκριμένων «ανοιχτών» θεμάτων, οι οποίες παραδόθηκαν αργά τη νύχτα της Κυριακής, έπειτα από μικρές αλλαγές και νέα επισκόπηση κυριολεκτικά στον «αέρα», στο επιτελείο του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.
«Κόλπο» μέσω Γιούνκερ
Οι συνεργάτες του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προώθησαν τις προτάσεις στους υπόλοιπους θεσμούς, τακτική η οποία φαίνεται ότι βοήθησε στο να υπάρξει η «νομιμοποιητική σφραγίδα» του ενός θεσμού επί του ελληνικού «πακέτου».
Ο πρωθυπουργός περιέγραψε μάλιστα, πριν από την ολιγόλεπτη συνάντησή του με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα «κλειδιά» της συμφωνίας που επιθυμεί η Αθήνα.
«Προσερχόμαστε με στόχο να αφήσουμε πίσω μας τα υπερβολικά πρωτογενή πλεονάσματα, να σώσουμε τις συντάξεις και τους μισθούς, να αποφύγουμε υπερβολικές και παράλογες αυξήσεις στον ηλεκτρισμό για τη μεσαία λαϊκή οικογένεια, να επαναφέρουμε την κανονικότητα στις εργασιακές σχέσεις και ταυτόχρονα να προωθήσουμε τις αναγκαίες και δίκαιες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την αναδιανομή των βαρών, την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς» είπε.
Το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα συμφώνησε να διεξαχθεί η συνάντησή του με τους επικεφαλής των θεσμών πριν από τη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ, ώστε να επικυρωθεί πολιτικά το θετικό κλίμα στο οποίο στόχευε το Μαξίμου. Με άλλα λόγια, η ελληνική κυβέρνηση αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν επιθυμούσαν να υπάρξει ένας απρόοπτος «τορπιλισμός» στις συζητήσεις, που θα πήγαζε πιθανότατα από «σκληρούς» υπουργούς Οικονομικών. Εξ ου και οι τελικές ελληνικές προτάσεις δεν παραδόθηκαν στους θεσμούς και τους εταίρους αρκετές ώρες πριν από τη συνάντηση, καθώς ορισμένοι στην Αθήνα προέβλεπαν ότι εκ των προτέρων θα υπάρξουν νέες απορριπτικές «διαρροές» από υπουργούς.
Αυτός είναι πιθανότατα ο λόγος που ορισμένοι «σκληροί» του Γιούρογκρουπ, όπως ο Γερμανός Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Φινλανδός Αλεξάντερ Στουμπ, στις δηλώσεις τους κατά την προσέλευσή τους στο Γιούρογκρουπ εμφανίστηκαν ενοχλημένοι, σημειώνοντας ότι δεν έχουν λάβει τις ελληνικές προτάσεις.
Σε άλλο πνεύμα
Κινήθηκαν δηλαδή σε κλίμα εντελώς διαφορετικό από τις κατοπινές δηλώσεις των Ντάισελμπλουμ και Μοσκοβισί.
Μετά τη συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Γιουνκέρ, τη Λαγκάρντ και τον Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ, πηγές της ελληνικής κυβέρνησης μιλούσαν για συζητήσεις που διεξήχθησαν σε «καλό κλίμα», στις οποίες όλοι οι θεσμοί αναγνώρισαν στις ελληνικές προτάσεις μια καλή βάση συζήτησης.
Οι συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα κρατούσαν «μικρό καλάθι» για την επίτευξη τελικής συμφωνίας χθες, εκτιμώντας ως πιθανότερη την έκδοση από τους ηγέτες της ευρωζώνης μιας κοινής δήλωσης αργά το βράδυ, που θα επισημαίνει ότι όλες οι πλευρές εργάζονται προς την κατεύθυνση της συμφωνίας, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν.
Επιθυμία, δηλαδή, της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν οι ηγέτες να δώσουν την κατάλληλη πολιτική εντολή και να προετοιμάσουν το έδαφος για τη σύναψη συμφωνίας μέχρι το τέλος της τρέχουσας εβδομάδας.
«Η μπάλα θα βρίσκεται πλέον στα χέρια των θεσμών» έλεγαν οι συνεργάτες του πρωθυπουργού, επισημαίνοντας ότι η Αθήνα δεν πρόκειται να στείλει τις επόμενες ώρες νέες προτάσεις, ενώ απέρριπταν τα σενάρια που έφεραν την κυβέρνηση να έχει αποδεχτεί ΦΠΑ 23% στην εστίαση, καθώς και ότι έχει αποδεχτεί τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος για τις επικουρικές συντάξεις.
Κορυφαίας σημασίας πάντως για τη βιωσιμότητα της όποιας λύσης αποτελεί το χρηματοδοτικό ζήτημα, καθώς η Ελλάδα πρέπει να καταβάλει 1,5 δισ. στο ΔΝΤ στις 30 Ιουνίου. «Ο βέλτιστος τρόπος θα ήταν να αυξηθεί άμεσα από την ΕΚΤ το όριο για την έκδοση εντόκων γραμματίων» έλεγαν κυβερνητικά στελέχη, ενώ ο πρωθυπουργός έθεσε ακριβώς αυτό το θέμα στον Μάριο Ντράγκι στη μεταξύ τους συνάντηση.
