Με τη Λάουρα Αντονέλι κάποια εποχή έπρεπε να διαλέξεις. Είσαι με τη «Μαλίτσια» ή με τον «Αθώο»; Είσαι με το σύμβολο του σεξ ή με την ηθοποιό που αποθέωσε ο Βισκόντι στην τελευταία ταινία του;
H απάντηση δεν ήταν μόνο ζήτημα κινηματογραφικού πολιτισμού, αλλά και φύλου. Η Ιταλίδα ηθοποιός ήταν η λατρεμένη των ανδρών στην πατρίδα της -και στη δική μας- τη δεκαετία του ’70. Αλλά κανείς δεν την ξέχασε ποτέ. Χθες, που βρέθηκε νεκρή, στο σπίτι της, στο Λαντισπόλι, όχι μακριά από τη Ρώμη, ένα κύμα αγάπης και νοσταλγίας φούσκωσε. Ηταν μόνον 73 χρόνων, αλλά η ζωή δεν της είχε φερθεί με καλό τρόπο.
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 η μια περιπέτεια μετά την άλλη την είχαν μετατρέψει σε ερημίτισσα, είχαν καταστρέψει την ομορφιά και την υγεία της, την είχαν κάνει θρησκόληπτη.
Η Αντονέλι γεννήθηκε το 1941 στη σημερινή Πούλα της Κροατίας (τότε πρωτεύουσα της ιταλικής επαρχίας της Ιστρια) με το όνομα Λάουρα Αντονάζ. Ηρθε με την οικογένειά της στην Ιταλία και μεγάλωσε στη Νάπολη, όπου, όπως η ίδια είχε πει, ο πατέρας της θεωρώντας την «άσχημη, ασήμαντη και αδέξια» την έστρεψε στην άθληση.
Κατέληξε καθηγήτρια φυσικής αγωγής σε γυμνάσιο της Ρώμης, αλλά με τα γνωστά της φυσικά προσόντα γρήγορα βρήκε μια θέση στη διαφήμιση, έγινε το πρόσωπο της ιταλικής Κόκα Κόλα και το 1965 ήρθε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο με το «Le sedicenni» του Λουίτζι Πετρίνι. Μια ελαφριά σεξοκωμωδία, την οποία ακολούθησαν κι άλλες, τυποποιώντας την Αντονέλι.
Επρεπε να ’ρθει το 1973 η «Μαλίτσια» του Σαλβατόρε Σαμπέρι, όπου ήταν η αφελής, αθώα, αλλά αισθησιακή υπηρέτρια που αναστατώνει έναν χήρο και τους γιους του, για να γίνει διεθνώς γνωστή και να εκτιναχθεί η καριέρα της. Αρχισε να συνεργάζεται με μεγάλα σκηνοθετικά ονόματα, τόσο στην πατρίδα της όσο και στη Γαλλία: Ντίνο Ρίζι, Ετορε Σκόλα, Ζαν Πολ Ραπενό, Κλοντ Σαμπρόλ, Λουίτζι Κομεντσίνι.
Ο τελευταίος, μεγάλος μάστορας της ιταλικής κωμωδίας, της χάρισε στο «Θεέ μου πόσο χαμηλά έπεσα» (1974) τον καταπληκτικό ρόλο μιας παντρεμένης αριστοκράτισσας, ανικανοποίητης ερωτικά στον γάμο της, που παρά τις ηθικές της αναστολές ενδίδει στο σεξ με άλλους.
Και μετά ήρθε ο μέγας Βισκόντι. Δήλωσε πως γι’ αυτόν η Λάουρα Αντονέλι ήταν «η πιο ωραία γυναίκα του Σύμπαντος» και την έκανε το 1976 πρωταγωνίστρια του «Αθώου», της τελευταίας, μαγικής ταινίας του, βασισμένης σε μυθιστόρημα του Ντ’ Ανούντσιο.
Οπου αθώος είναι το εξώγαμο βρέφος που αποκτά η Τζουλιάνα και ο τυραννικός αριστοκράτης σύζυγός της (Τζιανκάρλο Τζιανίνι) δολοφονεί από τη ζήλια του. Αλλο αν αυτός την απατά ασύστολα και την υποτιμά αφόρητα.
Την εποχή της κινηματογραφικής της ακμής η Λάουρα Αντονέλι γνωρίζει τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό και μοιράζονται τη ζωή τους στο Παρίσι από το 1972 ώς το 1980. Μεγάλος έρωτας.
Γι’ αυτό και ο Γάλλος σταρ ήταν από τους πρώτους που αντέδρασαν στον θάνατό της. «Η είδηση μου προξένησε βαθιά θλίψη. Η Λάουρα ήταν για μένα μια λατρεμένη σύντροφος, με απαράμιλλη γοητεία και υψηλή ποιότητα, την ίδια που ο κόσμος θαύμαζε στην οθόνη», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. «Δεν θέλω να κρατάω από αυτήν παρά τις θαυμάσιες αναμνήσεις».
Προφανώς ο Μπελμοντό αναφέρεται στα δυστυχισμένα τελευταία χρόνια της ζωής της: μια σειρά από πλαστικές που απέτυχαν και ένα σκάνδαλο που τη διέσυρε. To 1991 εισέβαλε ξαφνικά η αστυνομία στο διαμέρισμά της στη Ρώμη, ύστερα από «κάρφωμα», και της βρήκε μικρή ποσότητα κοκαΐνης.
Επειτα από μακρά δικαστική περιπέτεια καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, που μετατράπηκαν σε κατ’ οίκον κράτηση. Η Αντονέλι δεν το έβαλε κάτω. Επιμένοντας ότι είναι αθώα κατάφερε να δικαιωθεί ύστερα από πολλά χρόνια. Το 2006 η ιταλική Δικαιοσύνη τής ζήτησε συγγνώμη και της επιδίκασε 108 χιλιάδες ευρώ αποζημίωση. Ηταν αργά. Η καριέρα της είχε καταστραφεί και η ίδια είχε βυθιστεί σε κατάθλιψη.
