Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέχρι πού θα τραβήξουν το σχοινί οι εταίροι και δανειστές; Οι απόψεις διίστανται στις Βρυξέλλες: άλλοι βλέπουν επίτευξη συμφωνίας στο τεχνικό σκέλος των διαπραγματεύσεων μεταξύ των θεσμών και της κυβέρνησης εντός της εβδομάδας και άλλοι εκτιμούν ότι η σημερινή εκκρεμότητα θα συνεχιστεί τουλάχιστον για ακόμη δύο εβδομάδες μέχρι τα πράγματα να φτάσουν στα άκρα και η Αθήνα να βρεθεί… νοκ άουτ.

Ολοι, όμως, συμφωνούν λίγο-πολύ ότι το ελληνικό ζήτημα έχει φτάσει πλέον σε ένα κομβικό σημείο και η συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο δεν είναι παρά ένα πρόσχημα πίσω από το οποίο κρύβεται η έλλειψη πολιτικής βούλησης. Το όλο θέμα δεν μπορεί να επιλυθεί εάν δεν ληφθούν πολιτικές αποφάσεις…

Ετσι, ενώ μπήκε ο Ιούνιος και το ισχύον πρόγραμμα λήγει στα τέλη του μήνα, με την Ελλάδα να βρίσκεται σε οικονομική ασφυξία, η κατάσταση παραμένει επικίνδυνα ρευστή. Στο μεταξύ, συνεχίζονται σε καθημερινή βάση οι συνεντεύξεις και οι δηλώσεις αξιωματούχων και επώνυμων πολιτικών, ενώ σε πλήρη εντεταλμένη κινητοποίηση βρίσκονται τα πολυάριθμα κοινοτικά λόμπι (οργανισμοί, ιδρύματα κ.λπ., τα περισσότερα εκ των οποίων χρηματοδοτούνται από την Ε.Ε.), τα οποία επαναλαμβάνουν τα περί έλλειψης αξιόπιστων προτάσεων από ελληνικής πλευράς.

Οι πολιτικές εξελίξεις

Το αποτέλεσμα αυτού του «ψυχρού πολέμου» είναι ότι οι εργασίες της Ομάδας των Βρυξελλών μπορεί να συνεχίζονται, αλλά έχουν ατονήσει. Οι διαπραγματευτές των δύο πλευρών βρίσκονται σε ετοιμότητα, αλλά έχουν μείνει στα «πιτ» αναμένοντας τις πολιτικές εξελίξεις στο Βερολίνο. Είναι φανερό ότι χωρίς τη λήψη πολιτικών αποφάσεων τα πράγματα υπάρχει κίνδυνος να παραμείνουν στάσιμα, παρά την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί στα θέματα του ΦΠΑ και των πρόωρων συντάξεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την πλευρά της επιμένει στον ρόλο του «διαμεσολαβητή». Η εκπρόσωπός της Μίνα Αντρέεβα επιβεβαίωσε χθες ότι το Σαββατοκύριακο υπήρξαν επαφές σε τεχνικό επίπεδο και οι διαβουλεύσεις στην Ομάδα των Βρυξελλών συνεχίζονται. Βέβαια, λέξη για το περιεχόμενό τους. Απλώς, αναφέρθηκε στη δήλωση του προέδρου Ζ.-Κ. Γιούνκερ στη γερμανική «Süddeutsche Zeitung» ότι «έχει επιτευχθεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο τέλος του δρόμου».

Η ίδια εκπρόσωπος είπε ότι «οι δύο πλευρές ανταλλάσσουν κείμενα και είναι μέρος της διαπραγμάτευσης», αλλά «ο ρόλος μας δεν είναι να στέλνουμε τελεσίγραφα, ούτε να βάζουμε προθεσμίες. (…) Η μόνη χρονική προθεσμία που υπάρχει είναι αυτή της 30ής Ιουνίου, οπότε λήγει η παράταση του ισχύοντος προγράμματος». Η Μίνα Αντρέεβα υπενθύμισε ότι η επόμενη τακτική συνεδρίαση της ευρωζώνης έχει προγραμματιστεί για τις 18 Ιουνίου, αλλά «μπορεί να συνέλθει και νωρίτερα εάν κριθεί αναγκαίο».

Ερωτηθείσα να σχολιάσει το άρθρο του Ελληνα πρωθυπουργού στη γαλλική «Le Monde», η εκπρόσωπος απάντησε ότι αυτό που προέχει πέρα από δημοσιεύματα και τα άρθρα στον Τύπο είναι να καταλήξουμε μέσω συγκεκριμένων προτάσεων σε μια κοινά αποδεκτή συμφωνία. Ως προς τη συνέντευξη του προέδρου Γιούνκερ στη «S.Ζ.» και στην ερώτηση που του τέθηκε για το αν θα ήταν καλύτερα για τις διαπραγματεύσεις εάν υπήρχε μια πιο αντιπροσωπευτική κυβέρνηση στην Ελλάδα, η εκπρόσωπος δήλωσε πως ο Ζ.-Κ. Γιούνκερ απλώς είπε ότι όταν έχουμε ισχυρές κυβερνητικές πλειοψηφίες οι αποφάσεις είναι πιο εύκολες.

Ωστόσο, εξήγησε η Μίνα Αντρέεβα, ο πρόεδρος Γιούνκερ πρόσθεσε πως δεν έχει να δώσει καμία συμβουλή στην Ελλάδα στο θέμα αυτό.

Ο Λουξεμβούργιος, στη συνέντευξη που δημοσίευσε η «S.Z.», έκανε την αυτοκριτική του για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ελληνικό ζήτημα: «Ημασταν απρόσεκτοι σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές επιπτώσεις της πολιτικής αντιμετώπισης της κρίσης στις επιμέρους χώρες. Οποιος δεν βλέπει ότι στην Ελλάδα υπάρχει ανθρωπιστική κρίση, είναι και κουφός και τυφλός», είπε ο Ζ.-Κ. Γιούνκερ, προσθέτοντας, όμως, ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αλλάξουμε εντελώς την πολιτική μας».

Ο Λουξεμβούργιος αρνήθηκε για ακόμη μια φορά το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Ως προς το ΔΝΤ, δήλωσε ότι θα πρέπει να παραμείνει ως εταίρος ανάμεσα στους θεσμούς, ακόμη κι αν δεν δίνει οικονομική στήριξη, γιατί τυχόν αποχώρησή του θα δημιουργούσε τεράστιες αντιστάσεις στη γερμανική Βουλή.