Μιλώντας στην ιταλική Βουλή, ο Ματέο Ρέντσι είπε ότι υπάρχουν δυνάμεις που θέλουν την Ελλάδα εκτός ευρώ. Δεν ανέφερε ονόματα και διευθύνσεις, αλλά δεν είχαμε πρόβλημα να καταλάβουμε ποιους εννοούσε.
Την πτέρυγα της ευρωπαϊκής ελίτ που εκπροσωπείται από τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, τις κυβερνήσεις των Βαλτικών Χωρών που δεν κάνουν βήμα χωρίς να πάρουν την άδεια της Γερμανίας και έχουν υιοθετήσει την πιο σκληρή γραμμή και διάφορους οικονομικούς κύκλους που περιμένουν σαν τα κοράκια να πέσουν πάνω στο πτώμα, αγοράζοντας κοψοχρονιά τα φιλέτα της δημόσιας περιουσίας και ό,τι άλλο θα είναι προς πώληση.
Σταθερά εναντίον της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ είναι η ιταλική κυβέρνηση, ο Φρ. Ολάντ, ο Αυστριακός καγκελάριος και εσχάτως με ενθουσιασμό ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Ραχόι. Ο τελευταίος φοβάται ότι ένα ελληνικό ατύχημα μπορεί να πλήξει άμεσα την ισπανική οικονομία και να τη βγάλει από τον μίζερο ρυθμό ανάπτυξης στον οποίο έχει μπει.
Αν συμβεί αυτό, η τύχη του στις επικείμενες εκλογές δεν θα είναι καθόλου καλή και έτσι θα ανοίξει για τον ίδιο ο δρόμος προς το εδώλιο της Δικαιοσύνης, αφού το κόμμα του είναι μέχρι τον λαιμό βουτηγμένο στα σκάνδαλα: οι δύο προηγούμενοι ταμίες του έχουν παραπεμφθεί για χρηματισμό και με τις καταθέσεις τους στους ανακριτές εμπλέκουν τον Ραχόι.
Ωστόσο, αυτοί που τάσσονται υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν είναι φίλοι της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, δεν συμφωνούν με τη στρατηγική της, απλώς θέλουν να αποφύγει η Ευρώπη ένα μείζον πολιτικό και οικονομικό γεγονός, τις συνέπειες του οποίου δεν είναι σε θέση να υπολογίσουν, και δικαιολογημένα, γιατί δεν υπάρχει προηγούμενο. Αυτό που κυρίως επιδιώκουν είναι να «αποχωρήσει» ο ΣΥΡΙΖΑ από τη ριζοσπαστική γραμμή του. Τον θέλουν ηττημένο και παραδομένο ώστε να πουν στους ψηφοφόρους τους που γκρινιάζουν για τις συνταγές λιτότητας «ιδού η απόδειξη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».
Μια κακή συμφωνία, ακόμη κι αν περάσει από τη Βουλή χωρίς να χαθεί η δεδηλωμένη, θα προκαλέσει πολλά προβλήματα στην κυβέρνηση.
● Το κόμμα, θυμωμένο, αποσταθεροποιημένο, ίσως και βαθιά διχασμένο, δεν πρόκειται να την υπερασπιστεί στην κοινωνία και τους μαζικούς χώρους. Δεν θα είναι εύκολο να βρεθούν στελέχη που θα δεχτούν να περιέλθουν στην άβολη θέση του απολογούμενου. Δεν πρέπει επίσης να αποκλειστεί και η περίπτωση οργανωτικής ρήξης. Την έκταση και το βάθος της ουδείς μπορεί να τα προβλέψει.
● Η κοινοβουλευτική ομάδα που θα έχει ψηφίσει με μισή καρδιά τη συμφωνία για να μην πέσει η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς θα κλυδωνιστεί από τις αντιθέσεις που θα εκδηλώνονται με κάθε ευκαιρία, ακόμη και για ψύλλου πήδημα.
● Τα κοινωνικά στρώματα που θα κληθούν να επωμιστούν το βάρος του επώδυνου συμβιβασμού και είχαν στηρίξει στις εκλογές τον ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζοντας να βρει τη λύση για να βγάλει τη χώρα από τον φαύλο κύκλο της ύφεσης, θα επανεξετάσουν τη στάση τους. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακόμη κλασικό κόμμα εξουσίας, με την έννοια ότι δεν έχει προλάβει να οικοδομήσει σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης (το γνωστό πάρε-δώσε) με τις ομάδες που τον επέλεξαν στις κάλπες. Εκτοξεύτηκε μέσα σε λίγα χρόνια από το περιθώριο στην πρώτη γραμμή του πολιτικού συστήματος και δεν έχει αποκτήσει τις δεξιότητες και το εκτόπισμα που θα του επιτρέψουν να διαδραματίσει διαμεσολαβητικό ρόλο. Δηλαδή, να εκλαϊκεύει τις κυβερνητικές θέσεις, να παρεμβαίνει για να εκτονώνει τα κύματα δυσφορίας, να δημιουργεί αντιπερισπασμούς για να προσανατολίζει σε άλλα πεδία το εθνικό ακροατήριο.
● Θα κερδίσουν έδαφος στην κοινωνία: Η αντιπολιτική άποψη «κι αυτοί είναι σαν τους προηγούμενους, δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με την πολιτική». Η καταστροφική για την Αριστερά αντίληψη «είναι καλή μόνο για αντιπολίτευση, δεν κάνει όμως για κυβέρνηση». Και πιθανότατα το ρεύμα οργής κατά της Ευρώπης (υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις), το οποίο, όταν θα αρχίσουν να εφαρμόζονται τα σκληρά μέτρα, θα πάρει πιο επιθετικό και πιο αφοριστικό χαρακτήρα συγκριτικά με τον ευρωσκεπτικισμό που αναπτύσσεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
● Τέλος, θα δοκιμαστεί στην πράξη η σχέση του πρωθυπουργού με την κοινωνία. Η δημοφιλία του Αλ. Τσίπρα χτυπάει μεγάλα νούμερα. Θεωρείται, και πράγματι είναι, το πολυτιμότερο κεφάλαιο που διαθέτει τούτη την ώρα η ριζοσπαστική Αριστερά. Πολλοί, που δεν έχουν αναφορές στην Αριστερά, επένδυσαν σ’ αυτόν. Αν νιώσουν απογοήτευση και απομακρυνθούν, η κυβέρνηση δεν πρόκειται να μακροημερεύσει.
