Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις μέρες μας μοιάζει να αναπτύσσεται ένας νέος φιλελληνισμός που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κατανόηση και αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους, τονίζει η Πέπη Ρηγοπούλου με αφορμή τη σημερινή επέτειο των 41 χρόνων από την κατάρρευση της δικτατορίας.

Σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό Πρακτορείο σημείωσε πως η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και «αυτό οφείλεται στην δουλειά πολλών ανθρώπων πολιτικών και πολιτών που με την χρήση του διαδικτύου ενημερώνουν και ενημερώνονται συστηματικά». 

Τόνισε ότι παρακολουθούμε προπαγάνδα εναντίον της χώρας μας από ημέτερους και ξένους και μάλιστα σε πολιτιστικό επίπεδο, η οποία «έχει πείσει κάποιους που τη δέχονται παθητικά, έχει κινητοποιήσει άλλους ανθρώπους από όλον τον κόσμο όχι σε ένα πρώτο επίπεδο λύπησης για τους “καημένους” τους Έλληνες και τα δεινά τους αλλά για την αντίσταση που διακρίνουν στον λαό μας. Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πούμε ότι μοιάζει να αναπτύσσεται ένας νέος φιλελληνισμός που μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κατανόηση και αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους».

Για τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης η καθηγήτρια Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αναφέρει πως θυμάται τις εικόνες αυτών που γύρισαν από τη Γυάρο, και μια σειρά από αγκαλιές να περιμένουν μέσα στον ήλιο να τους υποδεχθούν, μια αγαλλίαση ότι πάει τελείωσε ο εφιάλτης.

«Η αποκατάσταση μιας δημοκρατίας που δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να καταλυθεί, εκτός ίσως από τα γεωπολιτικά παιχνίδια, οι δίκες που έγιναν στο πλαίσιο μιας “επιστροφής στην τάξη” που δεν είναι δυνατόν να μην έχει αφήσει κάποια ερωτηματικά, και οι δίκες που δεν έγιναν, όπως αυτή για την Κύπρο που συνεχίζει να τελεί σε εκκρεμότητα. Η νομιμοποίηση των κομμάτων, το δημοψήφισμα», υπογραμμίζει.

«Και πριν από αυτά θυμάμαι το πρώτο απομεσήμερο, τότε που μακραίνουν οι σκιές, στις 23 Ιουλίου του 74, να μαθαίνουμε από στόμα σε στόμα ότι έπεσε η Χούντα, και να βγαίνουμε στους δρόμους με μια μεγάλη χαρά. Χαρά που την σκίαζαν οι άλλες σκιές: του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου από την Χούντα και της εισβολής και κατοχής της Κύπρου από την Τουρκία που έγινε στο όνομα του πραξικοπήματος που είχε ήδη αποτύχει, ενώ αυτή επέτυχε και συνεχίζει με μία επίθεση στην μνήμη και τον πολιτισμό μέχρι σήμερα»

Η συγγραφέας σημειώνει ότι από την εποχή ακόμα του Περικλέους, όταν μιλάμε για ένα ιστορικό συμβάν κινδυνεύουμε να απογοητεύσουμε αυτόν που ήδη το γνωρίζει γιατί ίσως βρει φτωχά τα λόγια μας, αλλά και να εξοργίσουμε αυτόν που δεν το γνωρίζει γιατί μπορεί να τα θεωρήσει από φθόνο ψεύτικα, αν μάλιστα τα λεγόμενα τυχαίνει να υπερβαίνουν τις δικές του δυνάμεις. Αν και με πράξεις είναι πιο ενδεδειγμένο να απαντάμε στις πράξεις εκείνων τιμώντας τους, ωστόσο δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε με το μέτρο εκείνο το απαραίτητο που αποτιμά ιστορικά τα πράγματα, τις πράξεις, τους ανθρώπους.

Όταν ρωτήθηκε αναφορικά με το λεγόμενο τέλος και τη δαιμονοποίηση της Μεταπολίτευσης, η Πέπη Ρηγοπούλου απάντησε ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που ονομάζεται Μεταπολίτευση, μια λέξη που λέει και δεν λέει συγχρόνως τι ήταν αυτό που διαδέχθηκε την Χούντα, έγιναν πολλά πράγματα και δεν έγιναν επίσης άλλα τόσα.

«Υπήρξαν οι άνθρωποι που συνέχιζαν να κάνουν κουμάντο, αλλάζοντας εν μια νυκτί πεποιθήσεις, αλλά υπήρξαν και άλλοι που δεν πόθησαν εξουσίες και παράτες και δούλεψαν σε όλους τους τομείς, στηρίζοντας τον τόπο μας. Σε κάποιους από αυτούς που άσκησαν εξουσία λοιπόν οφείλεται -και αυτό συμβαίνει παντού και πάντοτε- η κατάχρηση της λέξης αντίσταση που λεγόταν για τα πάντα με μια μεγαλοστομία που δεν άρμοζε στην πραγματική αντίσταση που έγινε εναντίον της Χούντας και βέβαια την κατάχρηση αυτή την έκαναν αυτοί που δεν έπραξαν επί Χούντας και βάλθηκαν με τις πλάτες της δημοκρατίας να “πράξουν” μετά», είπε.

Συνέχισε λέγοντας ότι «η συζήτηση των τελευταίων ετών για την περίοδο αυτή, λίγο πριν ξεφουσκώσουν οι φούσκες του χρηματιστηρίου, των δανείων που δίνονταν στους έχοντες αλλά έπρεπε να τα υποστούν και οι μη έχοντες σε μία γενικευμένη προσπάθεια συσσώρευσης χρήματος από τους “διαπλεκόμενους” επιχειρηματίες και πολιτικούς, όπως, εξάλλου, παντού στον υπόλοιπο κόσμο, και κυρίως η δαιμονοποίηση της, “για όλα φταίει αυτή” και “όλοι που τα φάγανε” με αποτέλεσμα εν μέσω δανειακών συμβάσεων και μνημονίων να αναπτυχθεί ένα αίσθημα συλλογικής ενοχής που είναι ψέμα και πρέπει να το προσπεράσουμε για να ζήσουμε έστω και μέσα στην ταπείνωση που έχουμε υποστεί από τους εταίρους-δανειστές, είναι ένα φαινόμενο ανωριμότητας.

«Σήμερα κάποιοι θέλουν να διαγράψουν τη Μεταπολίτευση που υπήρξε, με κάθε κριτική που μπορεί και πρέπει να κάνουμε, μία περίοδος δημοκρατίας, σαν να ήταν η ιστορία ένα στρατσόχαρτο ή μάλλον ένα στικάκι, που σβήνεις και γράφεις κατά το δοκούν, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του ληξίαρχου για να σβήσεις τα δικά σου λάθη ή ακόμα για να δώσεις βορά στον λαό μία περίοδο την οποία είχες φουσκώσει με υπερβολές περί αντίστασης ευνουχίζοντας τον και αποπροσανατολίζοντας τον από την δική του πραγματικότητα, για να κάνεις μπίζνες με ενέχυρο την χώρα σου πίσω από τις πλάτες του.

«Ωστόσο, επειδή όπως είπα η περίοδος αυτή είναι συγχρόνως μία από τις πλέον γόνιμες για τη χώρα σε πολλά επίπεδα, μπορούμε τώρα να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε, να αντιστεκόμαστε και εν τέλει να αντέχουμε αυτήν την νέα κατάσταση που ζούμε».

Σε ερώτηση για το αν θα έγραφε ένα βιβλίο στο οποίο θα μιλάει για το επεισόδιο της Ιστορίας που ζούμε σήμερα, απάντησε καταφατικά. «Γιατί κάθε νέο τραύμα ενεργοποιεί τα προηγούμενα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο και όλες και όλοι θέλουμε να μιλήσουμε και να αφηγηθούμε. Και πρέπει να το κάνουμε. Είναι άλλος ένας τρόπος αντίστασης», εξήγησε.