Σαββατόβραδο και σμίξαν οι παρέες. Από αυτά τα λίγα που δίνουν τα μηχανήματα έγινε ο ρεφενές. Αλλωστε όσα έχεις τόσα τρως, μην κοιτάτε που οι τράπεζες, τον καιρό που είχαν ρόλο Σειρήνων, μας είχαν κάνει να ξεχάσουμε τις σοφές λαϊκές ρήσεις μοιράζοντάς μας δάνεια για να τρώμε παραπάνω απ’ αυτά που βγάζαμε (έχω χάσει τον αριθμό των ανοιχτών επιταγών χιλιάδων ευρώ που κατέφθαναν ταχυδρομικά στο σπίτι μου κι ανάλογα σε ποια κατάσταση οικονομική με έβρισκαν τις τσέπωνα ή τις επέστρεφα).
Μερικοί στις συνάξεις τους ξεχάστηκαν με τις κακόγουστες κονκάρδες στο στήθος. Κι έβλεπες γύρω από τα τραπέζια τα «ναι» και τα «όχι» να μιλούν, να γελούν, να ξεδιπλώνουν τα επιχειρήματά τους, να υψώνονται λίγο οι τόνοι, να σκάει το χαλαρωτικό ανέκδοτο –καλοδεχούμενο και το άνοστο στις εντάσεις– και σε λίγο το θέμα να πηγαίνει στην Ουτρέχτη, απ’ όπου ξεκίνησε ο ποδηλατικός Γύρος της Γαλλίας, και μετά να πετιέται στη Χιλή, όπου η «λα ρόχα» αντιμετώπιζε την Αργεντινή του Μέσι και της παλιάς τους κόντρας από τον πόλεμο στα Φόκλαντ. Οι Χιλιανοί, βλέπεις, είχαν πάρει το μέρος των Βρετανών ακολουθώντας τις εντολές του Πινοτσέτ. Αλλωστε μιλάμε για τα χρόνια της χούντας, πριν από το δημοψήφισμα που το «ΟΧΙ στη δικτατορία» διαολόστειλε τον δικτάτορα-φονιά.
Στα καληνυχτίσματα οι τελευταίες κουβέντες για το δημοψήφισμα. Χαράματα Κυριακής, μια τελευταία (;) στάση στα μηχανήματα ανάληψης και το πρωί όλοι στις κάλπες. Ψηφίσαμε, και είμαστε περήφανοι που μέσα στην ανέχειά μας δεν μετρήσαμε τις ουρές των μηχανημάτων, αλλά τις άλλες, τις μόνιμες και σταθερές τα τελευταία χρόνια – των ανέργων, των συσσιτίων, των ανήμπορων. Και τώρα, ούτε απογοητεύσεις ούτε πανηγυρισμοί. Αρχίζουν τα ταξίδια και οι διαπραγματεύσεις. Κι εμείς πίσω, με την αγωνία μας και με το κοινό μας μήνυμα που βρέθηκε και στο «όχι» και στο «ναι»: να τελειώνουμε με τα δυσβάσταχτα μέτρα και τη λιτότητα· να περιμένουμε και να ελπίζουμε τα καλύτερα για μια άλλη Ευρώπη.
